Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την «υπεραπόδοση» της οικονομίας, ενώ τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις πληρώνουν τον λογαριασμό με φόρους, εισφορές και τιμές που δεν λένε να κατέβουν.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα υπερπλεονάσματα ως απόδειξη οικονομικής επιτυχίας. Μόνο που πίσω από τους πανηγυρισμούς των αριθμών υπάρχει μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα: όταν το κράτος μαζεύει πολύ περισσότερα από όσα είχε προϋπολογίσει, κάποιος τα έχει πληρώσει. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον πολίτη που ψωνίζει ακριβότερα, τον εργαζόμενο που βλέπει τον μισθό του να εξαφανίζεται πριν φτάσει στην τσέπη του και τον μικρό επαγγελματία που παλεύει να μείνει όρθιος.
Η ακρίβεια, άλλωστε, δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Για το Δημόσιο λειτουργεί και ως μηχανή φορολογικών εισπράξεων. Όσο ανεβαίνουν οι τιμές, ανεβαίνει και ο ΦΠΑ που καταβάλλει ο καταναλωτής. Κάθε ακριβότερο ράφι στο σούπερ μάρκετ, κάθε φουσκωμένος λογαριασμός, κάθε υπηρεσία που κοστίζει περισσότερο, μετατρέπεται σε επιπλέον έσοδο για τα κρατικά ταμεία.
Και μετά η κυβέρνηση έρχεται να μοιράσει μέρος αυτών των χρημάτων ως επίδομα, ζητώντας και χειροκρότημα. Πρώτα στραγγίζει την αγορά και ύστερα επιστρέφει ψίχουλα ως δήθεν κοινωνική πολιτική.
Οικονομία χωρίς οξυγόνο
Η υπερφορολόγηση δεν είναι ουδέτερη πολιτική. Αφαιρεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Χρήματα που θα μπορούσαν να γίνουν κατανάλωση, μισθοί, επενδύσεις, νέες προσλήψεις ή στήριξη μιας οικογένειας, καταλήγουν στα ταμεία του κράτους για να εμφανίζεται μια λογιστική «επιτυχία».
Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή μέγγενη: από τη μία η ακρίβεια κατατρώει το διαθέσιμο εισόδημα και από την άλλη οι φόροι και οι εισφορές απορροφούν ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι του κόστους εργασίας. Η επιχείρηση πληρώνει, ο εργαζόμενος πληρώνει, ο καταναλωτής πληρώνει. Και στο τέλος η κυβέρνηση βαφτίζει αυτή τη διαρκή αφαίμαξη «δημοσιονομική σταθερότητα».
Δεν είναι σταθερότητα να επιβιώνει ο προϋπολογισμός επειδή η κοινωνία δεν μπορεί να ανασάνει. Είναι πολιτική επιλογή.
Οι ελαφρύνσεις έρχονται πάντα… αργότερα
Η μεγάλη αντίφαση βρίσκεται στις φοροελαφρύνσεις. Ανακοινώνονται με τυμπανοκρουσίες, αλλά φτάνουν στους πολίτες αργά, περιορισμένα και συχνά μέσα από την εκκαθάριση της επόμενης χρονιάς.
Η επίσημη φορολογική κλίμακα για το 2026 προβλέπει μειώσεις για οικογένειες με εξαρτώμενα τέκνα. Ενδεικτικά, για δύο παιδιά ο συντελεστής στο εισόδημα από 10.001 έως 20.000 ευρώ διαμορφώνεται στο 16% και στο κλιμάκιο 20.001–30.000 ευρώ στο 22%.
Όμως η φορολογική ελάφρυνση στα χαρτιά δεν σημαίνει αυτομάτως ανακούφιση στην καθημερινότητα. Το αφορολόγητο δεν έχει ακολουθήσει το κόστος ζωής, ενώ το πρώτο κλιμάκιο παραμένει στο 9% έως τις 10.000 ευρώ. Σε μια χώρα όπου το ενοίκιο, η ενέργεια και τα τρόφιμα έχουν γίνει δυσβάσταχτα, η κυβέρνηση συνεχίζει να αντιμετωπίζει το εισόδημα των 800 και 900 ευρώ σαν να πρόκειται για φορολογική πολυτέλεια.
Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το ζήτημα των συνταξιούχων με προστατευόμενα παιδιά. Όσοι βρίσκονται σε αυτή την κατηγορία δεν βλέπουν τις προσαρμογές να περνούν άμεσα στην παρακράτηση φόρου, με αποτέλεσμα να περιμένουν την εκκαθάριση για να διαπιστώσουν αν και πότε θα αναγνωριστεί η ελάφρυνση. Δηλαδή, η οικογένεια πληρώνει σήμερα και ίσως δικαιωθεί αύριο.
Δημογραφικό με λόγια, φορολογία με πράξεις
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι το δημογραφικό αποτελεί εθνικό πρόβλημα. Την ίδια ώρα, όμως, η πολιτική της λέει σε κάθε νέο ζευγάρι ότι το παιδί είναι μια οικονομική δοκιμασία χωρίς επαρκή κρατική στήριξη.
Δεν αρκούν οι εξαγγελίες στη ΔΕΘ ούτε τα επιδόματα που εξανεμίζονται σε έναν λογαριασμό ρεύματος ή σε δύο επισκέψεις στο σούπερ μάρκετ. Χρειάζεται μόνιμη, άμεση και πραγματική μείωση του φορολογικού βάρους. Χρειάζεται αναπροσαρμογή της φορολογικής κλίμακας στην ακρίβεια. Χρειάζεται πολιτική που να αφήνει χρήμα στα χέρια εκείνων που παράγουν, εργάζονται και μεγαλώνουν παιδιά.
Γιατί τα υπερπλεονάσματα μπορεί να είναι χρήσιμα για τις κυβερνητικές παρουσιάσεις. Για την κοινωνία, όμως, είναι η απόδειξη ότι το κράτος εισπράττει περισσότερα ακριβώς τη στιγμή που οι πολίτες αντέχουν λιγότερα.

