Η παρέμβαση Αλιβιζάτου στον ΔΣΑ δείχνει ότι η πράξη Τζαβέλλα δεν είναι απλώς εσωτερική δικαστική επιλογή, αλλά ενδέχεται να τεθεί υπό ευρωπαϊκό έλεγχο με κριτήρια ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και προστασίας του απορρήτου.
Η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει από την πίσω πόρτα — όχι ως πολιτική αντιπαράθεση, αλλά ως ευρωπαϊκό νομικό ζήτημα. Στη συνέντευξη Τύπου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο Νίκος Αλιβιζάτος έβαλε στο τραπέζι κάτι πολύ βαρύτερο από μια απλή διαφωνία με την αρχειοθέτηση: το ερώτημα αν η πράξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα μπορεί να ελεγχθεί με βάση τα ευρωπαϊκά standards. Ο ΔΣΑ ανακοίνωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την απόφαση να μη ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών.
Το κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο αν η απόφαση ήταν ορθή ή εσφαλμένη. Είναι αν η διαδικασία άντεχε θεσμικά. Δηλαδή αν υπήρξε επαρκής έρευνα, αν αξιολογήθηκαν ουσιαστικά τα κρίσιμα στοιχεία και αν ο αρμόδιος λειτουργός βρισκόταν σε θέση που επέτρεπε να κριθεί η υπόθεση χωρίς σκιά σύγκρουσης καθηκόντων. Σύμφωνα με την «Καθημερινή», στη συνέντευξη του ΔΣΑ τέθηκε και το ζήτημα ότι ο κ. Τζαβέλλας, κατά την επίδικη περίοδο των παρακολουθήσεων, είχε θέση αναπληρωτή επόπτη της ΕΥΠ, ενώ ο ΔΣΑ υποστήριξε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα.
Οι δύο υποθέσεις που αλλάζουν το κάδρο
Ο Αλιβιζάτος δεν μίλησε γενικά. Επικαλέστηκε δύο ευρωπαϊκές αποφάσεις που, κατά την εκτίμησή του, δημιουργούν βάση για να εξεταστεί η πράξη Τζαβέλλα με ευρωπαϊκά κριτήρια.
Η πρώτη είναι η υπόθεση Τσατάνη κατά Ελλάδας — συχνά αναφερόμενη πολιτικά ως «υπόθεση Θάνου», επειδή αφορούσε πειθαρχική διαδικασία που είχε κινηθεί από την τότε πρόεδρο του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου. Το ΕΔΔΑ έκρινε τον Οκτώβριο του 2025 ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1 της ΕΣΔΑ, δηλαδή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, λόγω έλλειψης εγγυήσεων αμεροληψίας στην πειθαρχική διαδικασία.
Η δεύτερη είναι η πρόσφατη υπόθεση Kanev and Bulgarian Helsinki Committee κατά Βουλγαρίας, όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η άρνηση της βουλγαρικής υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει αν είχε συλλέξει δεδομένα για πολίτη και οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραβίασε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο στάθηκε στην έλλειψη ουσιαστικών και αποτελεσματικών εγγυήσεων απέναντι στην αυθαίρετη επεξεργασία δεδομένων από υπηρεσίες πληροφοριών.
Γιατί αυτό αφορά τις ελληνικές υποκλοπές
Η σύνδεση είναι θεσμικά εκρηκτική. Στην ελληνική υπόθεση, το ζήτημα δεν περιορίζεται στο αν κάποιος παρακολουθήθηκε. Αφορά το αν το κράτος παρέχει πραγματική δυνατότητα ελέγχου, ενημέρωσης και λογοδοσίας όταν θίγεται το απόρρητο των επικοινωνιών.
Με απλά λόγια: η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να λειτουργεί ως μαύρο κουτί χωρίς επαρκή δικαστικό και ανεξάρτητο έλεγχο. Και η δικαστική διαχείριση μιας τέτοιας υπόθεσης δεν μπορεί να μένει έξω από το ευρωπαϊκό φίλτρο όταν ανακύπτουν ζητήματα αμεροληψίας, σύγκρουσης ρόλων ή ανεπαρκούς διερεύνησης.
Ο Αλιβιζάτος εμφανίστηκε προσεκτικός, όχι καταγγελτικός. Δεν είπε ότι η προσφυγή είναι δεδομένα κερδισμένη. Είπε όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό: ότι «αξίζει να ερευνηθεί» αν η πράξη Τζαβέλλα είναι ελεγκτέα με βάση την ευρωπαϊκή νομολογία. Αυτό από μόνο του μετακινεί την υπόθεση από το πεδίο της πολιτικής φθοράς στο πεδίο της θεσμικής λογοδοσίας.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν κάποιοι θέλουν να ξανανοίξουν πολιτικά τις υποκλοπές. Το ερώτημα είναι αν ένα κράτος δικαίου μπορεί να κλείνει μια τέτοια υπόθεση χωρίς να έχει πείσει ότι την ερεύνησε μέχρι τέλους.
Γιατί άλλο πράγμα είναι η αρχειοθέτηση μετά από εξαντλητική διερεύνηση και άλλο η αρχειοθέτηση που αφήνει πίσω της θεσμικά κενά, αναπάντητα ερωτήματα και ευρωπαϊκές σκιές.
Αν η υπόθεση των υποκλοπών έκλεισε στην Αθήνα χωρίς να πείσει, τότε το Στρασβούργο μπορεί να γίνει ο τόπος όπου το «αρχείο» θα πάψει να είναι τελεία — και θα γίνει ερώτημα για την ίδια την ποιότητα της Δημοκρατίας.

