Το νομοσχέδιο που πλασάρεται ως «κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» δεν είναι καμία διοικητική επανάσταση. Είναι, όμως, μια ενοχλητική παρέμβαση για το πιο βρόμικο κομμάτι της ελληνικής πραγματικότητας: το κράτος της χάρης, του τηλεφώνου και του κομματικού μεσάζοντα.
Γιατί στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία. Είναι ότι πάνω στη γραφειοκρατία έχει στηθεί ολόκληρη βιομηχανία εξάρτησης, μικροεξουσίας και πολιτικού νταραβεριού. Κι ό,τι κόβει έστω έναν κρίκο από αυτή την αλυσίδα, κάτι κάνει.
Το κράτος της ουράς δεν είναι δυσλειτουργία — είναι σύστημα
Ας σταματήσουμε το παραμύθι ότι η ταλαιπωρία του πολίτη είναι απλώς μια ατυχής παθογένεια. Δεν είναι. Είναι μηχανισμός. Είναι το ίδιο το καύσιμο του πελατειακού κράτους. Ο πολίτης πηγαινοέρχεται με χαρτιά που το Δημόσιο ήδη διαθέτει, ψάχνει ποιος έχει τον φάκελο, δεν ξέρει πού έχει μπλέξει η αίτησή του και στο τέλος ακούει τη γνωστή εθνική συμβουλή: “βρες έναν άνθρωπο”.
Εκεί αρχίζει η σήψη. Όχι στο γκισέ μόνο, αλλά στο τηλέφωνο που ακολουθεί. Στον βουλευτή, στον κομματάρχη, στον τοπικό παράγοντα, στον «δικό μας» που θα κάνει το αυτονόητο να μοιάζει με προσωπική εξυπηρέτηση. Αυτό δεν είναι δημόσια διοίκηση. Είναι οργανωμένος εξευτελισμός του πολίτη.
Τι πάει να κόψει το νομοσχέδιο
Το νομοσχέδιο Χατζηδάκη δεν γκρεμίζει το βαθύ κράτος. Πάει όμως να του χαλάσει μερικά εργαλεία. Η αντικατάσταση δικαιολογητικών που το κράτος ήδη κατέχει με υπεύθυνες δηλώσεις, η ψηφιακή εικόνα για την πορεία της αίτησης, η πρόσβαση σε εγκυκλίους και ωράρια, αλλά και η επιτάχυνση των μεταβιβάσεων ακινήτων μέσω ενισχυμένου ρόλου των συμβολαιογράφων, χτυπούν ένα συγκεκριμένο κέντρο: την αδιαφάνεια που γεννά εξαρτήσεις.
Με απλά λόγια, όσο λιγότερο χρειάζεται ο πολίτης να παρακαλεί, τόσο λιγότερο χώρο έχει το κομματικό παράσιτο να πουλήσει «λύση». Και αυτό ακριβώς ενοχλεί. Γιατί κάθε απλοποίηση διαδικασίας είναι μια μικρή αφαίρεση εξουσίας από όσους ζουν επειδή το κράτος δεν λειτουργεί.
Η αληθινή μάχη τώρα αρχίζει
Το κρίσιμο, βέβαια, δεν είναι τι γράφει το χαρτί. Το κρίσιμο είναι αν θα εφαρμοστεί απέναντι σε έναν μηχανισμό που ξέρει να αμύνεται. Γιατί το βαθύ κράτος στην Ελλάδα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι υπαρκτό δίκτυο αδράνειας, μικροσυμφέροντος και κομματικής διαμεσολάβησης. Είναι οι άνθρωποι που ζουν από το «έλα από εδώ», το «λείπει μια υπογραφή», το «να το δούμε», το «θα σε πάρω εγώ να σου πω».
Αυτό το σύστημα δεν πέφτει με υπουργικούς τίτλους και επικοινωνιακά δελτία. Θα αντισταθεί, θα καθυστερήσει, θα θολώσει, θα υπονομεύσει. Γιατί κάθε ψηφιακή διαφάνεια, κάθε αυτοματισμός, κάθε παράκαμψη του μεσάζοντα, είναι χτύπημα στη μικρή εξουσία του κρατικοκομματικού λεβεντομαλάκα που χρόνια τώρα λυμαίνεται τον πολίτη.
Μην το βαφτίσουμε μεταρρύθμιση-θαύμα. Δεν είναι. Αλλά ας μην το υποτιμήσουμε κιόλας. Σε μια χώρα όπου η γραφειοκρατία έγινε επάγγελμα πολιτικής ομηρίας, κάθε ρύθμιση που αφαιρεί χώρο από τον κομματικό νταβατζή του Δημοσίου είναι χρήσιμη. Μπορεί να είναι λίγο. Στη σημερινή Ελλάδα, όμως, αυτό το λίγο είναι αρκετό για να αρχίσει να τρίζει το πιο σάπιο δωμάτιο του συστήματος.

