Η ελληνική επιγραφή με το όνομα «Θρασυμήδης» αποτελεί την πρώτη άμεση μαρτυρία για τη λατρεία του Δία Δολιχηνού στο ρωμαϊκό οχυρό του Άψαρου
Φωτογραφία: Πολωνικό Κέντρο Μεσογειακής Αρχαιολογίας – Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας
Ένα μικρό αντικείμενο από χρυσό, θαμμένο για περίπου 1.800 χρόνια στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ανοίγει ένα νέο παράθυρο στη θρησκευτική ζωή των στρατιωτών που υπηρετούσαν στα ανατολικά σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Πρόκειται για μια λεπτή χρυσή αναθηματική πλακέτα, σε σχήμα φύλλου, η οποία εντοπίστηκε το 2024 στο ρωμαϊκό οχυρό του Άψαρου, στο σημερινό Γκόνιο της Γεωργίας, κοντά στο Μπατούμι.
Η ανακάλυψη αποκτά ιδιαίτερη ιστορική σημασία επειδή πάνω στην πλακέτα διασώζεται ελληνική επιγραφή. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ένας άνδρας με το όνομα Θρασυμήδης αφιέρωσε το πολύτιμο αντικείμενο στον «Δολιχηνό Θεό», δηλαδή στον Δία Δολιχηνό.
Η πρώτη γραπτή απόδειξη
Αντικείμενα που συνδέονται με τη συγκεκριμένη θεότητα είχαν εντοπιστεί και στο παρελθόν στην περιοχή. Ωστόσο, η χρυσή πλακέτα αποτελεί την πρώτη άμεση επιγραφική μαρτυρία ότι η λατρεία του Δία Δολιχηνού είχε φτάσει μέχρι τη ρωμαϊκή φρουρά του Άψαρου.
Το εύρημα μελετήθηκε από ερευνητές του Πολωνικού Κέντρου Μεσογειακής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας και του Οργανισμού Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ατζαρίας. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik.
Η πλακέτα κατασκευάστηκε με την τεχνική του σφυρήλατου, κατά την οποία το σχέδιο σχηματίζεται με χτυπήματα στην πίσω πλευρά ενός λεπτού μεταλλικού φύλλου. Παρά το μικρό της μέγεθος, η αξία της για τους αρχαιολόγους είναι τεράστια.
Ποιος ήταν ο Δίας Δολιχηνός
Η λατρεία του Δία Δολιχηνού ξεκίνησε από την αρχαία Δολίχη της Κομμαγηνής, στη σημερινή νοτιοανατολική Τουρκία, κοντά στα σύνορα με τη Συρία.
Η θεότητα προέκυψε από τη συνύπαρξη του ρωμαϊκού Δία με παλαιότερες ανατολικές θεότητες του ουρανού, της καταιγίδας και του κεραυνού. Στις παραστάσεις εμφανιζόταν συνήθως με στρατιωτική ενδυμασία, όρθιος πάνω σε ταύρο, κρατώντας κεραυνό και διπλό πέλεκυ.
Η λατρεία του εξαπλώθηκε ιδιαίτερα κατά τον 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ., ακολουθώντας ουσιαστικά τις μετακινήσεις των ρωμαϊκών λεγεώνων. Στρατιώτες, αξιωματικοί και έμποροι τη μετέφεραν από τις ανατολικές επαρχίες μέχρι τη Ρώμη, τη Γερμανία, τη Βρετανία και τις παραδουνάβιες περιοχές.
Το ελληνικό όνομα του αφιερωτή
Για τον Θρασυμήδη, τον άνθρωπο που πρόσφερε το χρυσό ανάθημα, δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες. Δεν είναι γνωστό αν ήταν στρατιώτης, αξιωματικός, έμπορος ή κάτοικος που συνδεόταν με τη φρουρά.
Το ελληνικό και σχετικά σπάνιο για τη ρωμαϊκή περίοδο όνομά του υποδεικνύει, πάντως, πιθανές ελληνικές πολιτισμικές ρίζες. Η παρουσία του αποτυπώνει τον πολυεθνικό χαρακτήρα των ρωμαϊκών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όπου συνυπήρχαν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής, γλώσσας και θρησκευτικών παραδόσεων.
Η επιλογή του χρυσού αποκαλύπτει παράλληλα ότι ο αφιερωτής διέθετε οικονομική επιφάνεια και ότι η πράξη του δεν ήταν τυπική. Επρόκειτο για ένα ακριβό, προσωπικό τάμα, που εκφράζει τη βαθιά πίστη του προς τη θεότητα.
Υπήρχε ιερό μέσα στο οχυρό;
Κοντά στο σημείο όπου βρέθηκε η πλακέτα, οι αρχαιολόγοι είχαν εντοπίσει και ένα χάλκινο αγαλματίδιο που απεικονίζει αετό πάνω σε ταύρο. Πρόκειται για δύο από τα χαρακτηριστικότερα σύμβολα της λατρείας του Δία Δολιχηνού.
Ο συνδυασμός των ευρημάτων ενισχύει την εκτίμηση ότι μέσα ή κοντά στο οχυρό μπορεί να υπήρχε ειδικός χώρος λατρείας. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει αναγνωριστεί με βεβαιότητα ναός αφιερωμένος στη συγκεκριμένη θεότητα.
Ο Άψαρος δεν ήταν ένα τυχαίο φυλάκιο. Βρισκόταν πάνω σε έναν στρατηγικό δρόμο που συνέδεε τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας με τον Καύκασο και το εσωτερικό της Ασίας. Αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αρριανός και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, είχαν αναφερθεί στη σημασία του.
Σχεδόν δύο χιλιετίες αργότερα, ένα λεπτό φύλλο χρυσού αποκαθιστά τη φωνή ενός ανθρώπου που η Ιστορία είχε ξεχάσει. Ο Θρασυμήδης δεν άφησε πίσω του βιογραφία ή στρατιωτικά κατορθώματα. Άφησε, όμως, το όνομά του χαραγμένο πάνω σε ένα τάμα – και μαζί του μια πολύτιμη μαρτυρία για έναν κόσμο όπου η Ρώμη, ο ελληνικός πολιτισμός και οι θρησκείες της Ανατολής συναντιούνταν στα μακρινά σύνορα μιας αυτοκρατορίας.
Πηγή: Πολωνικό Κέντρο Μεσογειακής Αρχαιολογίας – Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας

