Το σκάνδαλο Ιράν–Κόντρας αποκάλυψε μια εξωτερική πολιτική δύο προσώπων: δημόσια εμπάργκο και καταγγελίες, στο παρασκήνιο πωλήσεις όπλων, παράνομες χρηματοδοτήσεις και μια ολέθρια αυταπάτη για την Τεχεράνη.
Η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν διακήρυττε ότι δεν διαπραγματεύεται με καθεστώτα που υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Την ίδια ώρα, πίσω από κλειστές πόρτες, ενέκρινε τη μεταφορά αμερικανικών όπλων στο Ιράν, προσδοκώντας την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων στον Λίβανο και την οικοδόμηση ενός μυστικού διαύλου με την Τεχεράνη.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν μια διπλωματική επιτυχία, αλλά ένα ιστορικό ναυάγιο. Οι όμηροι δεν απελευθερώθηκαν όπως υπολόγιζε η Ουάσιγκτον, νέες απαγωγές ακολούθησαν, οι σχέσεις με τα αραβικά κράτη τραυματίστηκαν και η αξιοπιστία της αμερικανικής προεδρίας κατέρρευσε.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μέρος των χρημάτων από τις πωλήσεις όπλων διοχετεύθηκε κρυφά στους αντάρτες Κόντρας της Νικαράγουας, παρακάμπτοντας την απαγόρευση του Κογκρέσου.
Έτσι γεννήθηκε το σκάνδαλο Ιράν–Κόντρας: μια σκοτεινή επιχείρηση όπου η μυστική διπλωματία, οι γεωπολιτικές εμμονές και η περιφρόνηση των θεσμικών ορίων ενώθηκαν σε ένα εκρηκτικό μείγμα.
Η αγωνία για τους ομήρους και η εμμονή του Ρέιγκαν
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η απαγωγή Αμερικανών στον Λίβανο από τη φιλοϊρανική Χεζμπολάχ ασκούσε τεράστια πίεση στον Λευκό Οίκο. Ιδιαίτερα η τύχη του επικεφαλής της CIA στη Βηρυτό, Ουίλιαμ Μπάκλεϊ, είχε εξελιχθεί σε προσωπική υπόθεση για τον Ρέιγκαν.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι πίστεψαν ότι μπορούσαν να πετύχουν δύο στόχους ταυτόχρονα: να χρησιμοποιήσουν την επιρροή της Τεχεράνης για την απελευθέρωση των ομήρων και να προσεγγίσουν υποτιθέμενα «μετριοπαθή» στελέχη του ιρανικού καθεστώτος, προτού η Σοβιετική Ένωση αποκτήσει ισχυρότερο έρεισμα στην περιοχή.
Η βασική εκτίμηση, όμως, ήταν λανθασμένη. Στο εσωτερικό της ιρανικής ηγεσίας υπήρχαν πραγματιστές που ήταν διατεθειμένοι να συναλλαχθούν προσωρινά με τις ΗΠΑ, όχι όμως δυνάμεις έτοιμες να εγκαταλείψουν τη στρατηγική και την ιδεολογία της Ισλαμικής Επανάστασης.
Η Ουάσιγκτον μπέρδεψε τον τακτικό πραγματισμό με την πολιτική μεταστροφή — και πλήρωσε ακριβά αυτή την αυταπάτη.
Το Ισραήλ στον ρόλο του μεσάζοντα
Καθοριστικός ήταν ο ρόλος του Ισραήλ, το οποίο ανέλαβε να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος στις πρώτες αποστολές. Για την ισραηλινή ηγεσία, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν αποτελούσε εκείνη την περίοδο τον ισχυρότερο άμεσο αραβικό αντίπαλο.
Η συνέχιση του πολέμου Ιράν–Ιράκ εξυπηρετούσε τη στρατηγική της, καθώς οι δύο περιφερειακές δυνάμεις αλληλοεξουδετερώνονταν.
Παράλληλα, στο Ισραήλ επιβίωνε η ελπίδα ότι μετά τον θάνατο του αγιατολάχ Χομεϊνί το Ιράν θα μπορούσε να απομακρυνθεί από τον ακραίο θεοκρατικό προσανατολισμό του και να επανέλθει σε κάποια μορφή συνεργασίας με τη Δύση. Επρόκειτο για μια προσδοκία που δεν στηριζόταν στους πραγματικούς συσχετισμούς μέσα στο ιρανικό καθεστώς.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη δεν έτρεφε αυταπάτες. Ο στρατός της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από αμερικανικής προέλευσης οπλικά συστήματα της εποχής του σάχη και είχε επείγουσα ανάγκη από ανταλλακτικά, πυρομαχικά και εξοπλισμό για τον πόλεμο με το Ιράκ.
Οι όμηροι στον Λίβανο ήταν για το Ιράν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί. Τίποτε περισσότερο.
Η διπλή παραβίαση
Το 1985 άρχισαν οι μεταφορές όπλων μέσω Ισραήλ, με τις ΗΠΑ να αναπληρώνουν στη συνέχεια το ισραηλινό οπλοστάσιο και να εγκρίνουν πρόσθετες αποστολές προς το Ιράν.
Όλα αυτά συνέβαιναν ενώ επισήμως η Τεχεράνη βρισκόταν υπό αμερικανικό εμπάργκο όπλων και είχε χαρακτηριστεί κράτος που υποστήριζε την τρομοκρατία.
Οι υπουργοί Εξωτερικών Τζορτζ Σουλτς και Άμυνας Κάσπαρ Γουάινμπεργκερ προειδοποίησαν ότι η επιχείρηση ήταν παράνομη και πολιτικά καταστροφική. Παρ’ όλα αυτά, ο Ρέιγκαν έδωσε την έγκρισή του και η διαχείριση πέρασε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
Εκεί η υπόθεση απέκτησε ακόμη πιο επικίνδυνη διάσταση. Τα έσοδα από τις πωλήσεις όπλων χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των Κόντρας, οι οποίοι πολεμούσαν την κυβέρνηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν παρέκαμψε μόνο τη διακηρυγμένη πολιτική της απέναντι στο Ιράν. Παρέκαμψε και το ίδιο το Κογκρέσο.
Στο σχέδιο ενεπλάκη και η CIA, παραδίδοντας στην Τεχεράνη πληροφορίες για τις ιρακινές δυνάμεις. Η αξία τους ήταν περιορισμένη, ενώ τον Μάιο του 1986 μεταφέρθηκαν ακόμη και παραπλανητικές εκτιμήσεις περί επικείμενης σοβιετικής εισβολής, σε μια απόπειρα να φοβηθεί η ιρανική ηγεσία και να στραφεί προς τη Δύση.
Τρεις όμηροι έφυγαν, τρεις άλλοι απήχθησαν
Η πραγματικότητα διέλυσε γρήγορα τους σχεδιασμούς του Λευκού Οίκου. Μόλις τρεις Αμερικανοί όμηροι απελευθερώθηκαν, ενώ σχεδόν αμέσως ακολούθησαν τρεις νέες απαγωγές.
Ο Μπάκλεϊ, για τον οποίο είχε κινητοποιηθεί ολόκληρος ο μηχανισμός, είχε ήδη πεθάνει ύστερα από βασανιστήρια.
Η μυστική επιχείρηση όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά επιβεβαίωσε ότι η ομηρία μπορούσε να αποφέρει πολιτικά και στρατιωτικά ανταλλάγματα. Η Ουάσιγκτον, στην προσπάθειά της να σβήσει τη φωτιά, έριξε πάνω της καύσιμο.
Η αποκάλυψη που προκάλεσε πολιτικό σεισμό
Τον Νοέμβριο του 1986 η υπόθεση αποκαλύφθηκε και το οικοδόμημα κατέρρευσε. Η διαρροή συνδεόταν με την εσωτερική σύγκρουση εξουσίας στο Ιράν: αντίπαλοι της συνεννόησης με τις ΗΠΑ επιδίωξαν να εκθέσουν τους πραγματιστές του καθεστώτος και να ακυρώσουν κάθε συνέχιση των επαφών.
Για την Τεχεράνη, η αποκάλυψη ήταν βαθιά ταπεινωτική. Ένα καθεστώς που οικοδομούσε τη νομιμοποίησή του πάνω στη δημόσια καταγγελία των ΗΠΑ και του Ισραήλ εμφανιζόταν να αγοράζει κρυφά όπλα από τους ίδιους του τους «αιώνιους εχθρούς».
Ο Χομεϊνί περιόρισε τη δημόσια συζήτηση, προστάτευσε όσους είχαν εγκρίνει τις αγορές και σκλήρυνε ακόμη περισσότερο τη ρητορική κατά του Ισραήλ.
Στις ΗΠΑ, ο αντισυνταγματάρχης Όλιβερ Νορθ βρέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών και ανέλαβε την ευθύνη για κρίσιμες πτυχές της επιχείρησης, λειτουργώντας ουσιαστικά ως ασπίδα για τον πρόεδρο.
Η κρίση συγκλόνισε την αμερικανική προεδρία, χωρίς όμως να επιφέρει αντίστοιχα βαριές συνέπειες για τον Ρέιγκαν και τους βασικούς πρωταγωνιστές.
Ένα μάθημα που η εξουσία ξεχνά εύκολα
Το Ιράν–Κόντρας δεν ήταν μια απλή αποτυχημένη μυστική αποστολή. Ήταν η στιγμή κατά την οποία μια υπερδύναμη εγκλωβίστηκε στις επιθυμίες της, βάφτισε «ανάλυση» τις προσδοκίες της και επιχείρησε να παρακάμψει νόμους, θεσμούς και επίσημες δεσμεύσεις για να πετύχει ένα γρήγορο γεωπολιτικό αποτέλεσμα.
Αντί να απελευθερώσει τους ομήρους, ενθάρρυνε νέες απαγωγές. Αντί να ανοίξει έναν σταθερό δίαυλο με το Ιράν, ενίσχυσε την καχυποψία και την εχθρότητα. Αντί να ισχυροποιήσει τη θέση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, εξόργισε τους Άραβες συμμάχους τους και προκάλεσε τριβές ακόμη και με το Ισραήλ.
Και αντί να υπερασπιστεί τη δημοκρατική νομιμότητα, έδειξε πόσο εύκολα η εκτελεστική εξουσία μπορεί να τη θεωρήσει εμπόδιο.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το βασικό δίδαγμα παραμένει επίκαιρο: όταν η μυστική διπλωματία στηρίζεται σε φανταστικούς «μετριοπαθείς», κατασκευασμένες πληροφορίες και παρακάμψεις θεσμών, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι αποτυγχάνει.
Είναι ότι αφήνει πίσω της μια πληγή αξιοπιστίας που χρειάζονται χρόνια για να κλείσει.

