Το 2026, λοιπόν, δεν ξεκινά με ψευδαισθήσεις. Ξεκινά με μια κοινωνία που δεν εμπιστεύεται, δεν πείθεται και δεν αντέχει άλλο να της μιλούν με όρους στατιστικής, όταν η καθημερινότητά της καταρρέει. Ξεκινά με πολίτες που έχουν κουραστεί να ακούν για «αντοχές της οικονομίας», ενώ οι ίδιοι δεν αντέχουν οικονομικά. Που ακούν για «θεσμική κανονικότητα», ενώ βιώνουν θεσμική ατιμωρησία. Και που βλέπουν την πολιτική εξουσία να αυτοαναπαράγεται, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα.
Η βαθιά απαξίωση του πολιτικού συστήματος δεν είναι παρεξήγηση, ούτε επικοινωνιακό πρόβλημα. Είναι αποτέλεσμα πράξεων και παραλείψεων. Είναι το τίμημα μιας μακράς περιόδου όπου η πολιτική έμαθε να επιβιώνει χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση, να κυβερνά χωρίς συναίνεση και να μεταφράζει την ανοχή σε λευκή επιταγή. Όταν η εξουσία παύει να φοβάται τον πολίτη, τότε ο πολίτης παύει να πιστεύει στο σύστημα.
Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της διαδρομής. Όχι η διαμαρτυρία, αλλά η αδιαφορία. Όχι η οργή, αλλά η παραίτηση. Διότι όταν η κοινωνία πειστεί ότι τίποτα δεν αλλάζει, τότε ανοίγει ο δρόμος είτε για ακραίες εκτροπές είτε για μια σιωπηλή, βαθιά αποσύνθεση. Εκεί όπου η Δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί τυπικά, αλλά έχει πάψει να παράγει δικαιοσύνη, προοπτική και ελπίδα.
Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη δυνατοτήτων. Πάσχει από έλλειψη πολιτικής ευθύνης και ηθικού ορίου. Και όσο το πολιτικό σύστημα αρνείται να το αναγνωρίσει, τόσο η κρίση εμπιστοσύνης θα βαθαίνει. Όχι επειδή οι πολίτες είναι «ακραίοι», αλλά επειδή έχουν λόγους. Πολλούς και συσσωρευμένους.
Το 2026, λοιπόν, δεν χρειάζεται ευχολόγια. Χρειάζεται αλήθειες, ρήξεις και λογοδοσία. Γιατί καμία κοινωνία δεν αντέχει επ’ άπειρον να της ζητούν υπομονή, όταν εκείνη έχει ήδη πληρώσει το κόστος. Και καμία Δημοκρατία δεν επιβιώνει όταν ζητά εμπιστοσύνη, χωρίς να την αξίζει.
Καλή χρονιά – με την ελπίδα ότι αυτή θα είναι η χρονιά που η κοινωνία θα πάψει να προσαρμόζεται στην αποτυχία και θα απαιτήσει, επιτέλους, το αυτονόητο.

