Η δημόσια τοποθέτηση του προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων δεν μπορεί να περάσει ως μια απλή «άποψη». Όταν ο θεσμικός λόγος εγκαταλείπει την ουδετερότητα και γέρνει προς το κυβερνητικό αφήγημα, το πρόβλημα παύει να είναι προσωπικό και γίνεται βαθιά πολιτειακό.
Στην υπόθεση των Τεμπών, εκεί όπου η κοινωνία ζητά αλήθεια, λογοδοσία και σεβασμό στη μνήμη των νεκρών, κάθε δημόσια παρέμβαση δικαστικού παράγοντα που μυρίζει πολιτική κάλυψη δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι βαρύ πλήγμα στην ίδια την εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη.
Θεσμική εκτροπή, όχι «άποψη»
Η τοποθέτηση του κ. Σεβαστίδη δεν συνιστά μια ακόμα δημόσια παρέμβαση στον θόρυβο της επικαιρότητας. Συνιστά ευθεία θεσμική εκτροπή.
Γιατί ο ρόλος ενός κορυφαίου εκπροσώπου της δικαστικής κοινότητας δεν είναι να επιβεβαιώνει πολιτικές γραμμές, ούτε να δίνει την εντύπωση ότι παρεμβαίνει σε μια κοινωνικά και δικαστικά ανοιχτή πληγή. Οφείλει να διαφυλάσσει το κύρος της αμεροληψίας, όχι να το εκθέτει.
Όταν ένας τέτοιος θεσμικός παράγοντας εγκαταλείπει την αναγκαία αποστασιοποίηση και εμφανίζεται να ευθυγραμμίζεται με την εκτελεστική εξουσία, τότε δεν τραυματίζεται μόνο η εικόνα του ίδιου. Τραυματίζεται η ίδια η Δικαιοσύνη. Και όταν τραυματίζεται η Δικαιοσύνη, τραυματίζεται η Δημοκρατία.
Στα Τέμπη δεν χωρά ούτε σιωπή ούτε συγκάλυψη
Η υπόθεση των Τεμπών δεν είναι μια «συνηθισμένη» δικογραφία. Είναι το πεδίο όπου δοκιμάζεται η αντοχή του κράτους δικαίου, η ειλικρίνεια των θεσμών και η ανοχή της κοινωνίας απέναντι στην αλαζονεία της εξουσίας.
Γι’ αυτό και κάθε πολιτική ή θεσμική σκιά πάνω από τη δικαστική διαχείρισή της αποκτά τεράστιο βάρος.
Όταν καταγγέλλονται θεσμικά έκτροπα, όταν διατυπώνονται σοβαρές αιτιάσεις για τον τρόπο που εξελίσσεται η ποινική διαδικασία, όταν οι οικογένειες των θυμάτων ζητούν δικαιοσύνη και όχι επικοινωνιακή διαχείριση, η τελευταία ανάγκη του τόπου είναι δικαστικοί λειτουργοί που μοιάζουν να λειτουργούν ως απολογητές του συστήματος.
Η σιωπή μπροστά στις παραβιάσεις και η επιλεκτική αυστηρότητα απέναντι σε όσους ζητούν αλήθεια δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση. Και αυτή η θέση εκθέτει.
Η Δικαιοσύνη θα κριθεί από αυτούς που δεν λύγισαν
Μέσα σε αυτό το βαρύ τοπίο, υπάρχει ακόμη ένα θεσμικό αντίβαρο: εκείνοι οι δικαστές, οι εισαγγελείς και οι δικηγόροι που επιμένουν να υπηρετούν τον όρκο τους και όχι τις επιθυμίες της εξουσίας.
Εκείνοι που γνωρίζουν ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι δημόσιες σχέσεις, ούτε μηχανισμός εκτόνωσης της λαϊκής οργής, ούτε ασπίδα προστασίας κυβερνητικών ευθυνών.
Η πραγματική τιμή του λειτουργήματος δεν βρίσκεται στις δηλώσεις, αλλά στη στάση. Δεν βρίσκεται στις θεατρικές αναφορές περί θεσμών, αλλά στην έμπρακτη υπεράσπιση της αμεροληψίας, της δικονομικής τάξης και της αλήθειας.
Τώρα ακριβώς είναι η στιγμή που θα αποδειχθεί ποιοι υπηρετούν τη Δικαιοσύνη και ποιοι απλώς χρησιμοποιούν τον τίτλο της για να καλύψουν την εξουσία με δικαστικό μανδύα.
Η Δικαιοσύνη δεν πεθαίνει μόνο όταν υποτάσσεται.
Πεθαίνει και όταν σωπαίνει, όταν φοβάται, όταν γίνεται η ηχώ της εξουσίας αντί για το ανάχωμά της.
Και σε μια χώρα που ακόμη μετρά νεκρούς, δάκρυα και αναπάντητα γιατί, όποιος διαλέγει να σταθεί δίπλα στη συγκάλυψη δεν εκτίθεται απλώς πολιτικά.
Στέκεται απέναντι στην αλήθεια.
Και αυτό δεν είναι θεσμικό λάθος. Είναι ιστορική ντροπή.


