Η απόφαση της Μαρία Καρυστιανού να προχωρήσει στη δημιουργία πολιτικού φορέα δεν είναι ούτε αυθαιρεσία ούτε ύβρις απέναντι στη μνήμη των νεκρών των Τεμπών. Είναι μια πράξη βαθιά πολιτική με την ουσιαστική έννοια του όρου: μια προσπάθεια να μετατραπεί η κοινωνική οδύνη σε θεσμική διεκδίκηση, η αγανάκτηση σε συλλογική πρόταση και η ατιμωρησία σε πολιτικό αίτημα αλλαγής.
Η κριτική που της ασκείται –ακόμη και από συγγενείς θυμάτων– είναι σεβαστή ως έκφραση πόνου. Όμως άλλο ο πόνος και άλλο η ακύρωση του δικαιώματος ενός ανθρώπου να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσει τον αγώνα του. Η κ. Καρυστιανού δεν «εμπορεύεται» τη μνήμη των θυμάτων· αντιθέτως, επιμένει να την κρατά στο κέντρο της δημόσιας σφαίρας, σε μια χώρα που έχει μακρά παράδοση στη λήθη, τη συγκάλυψη και τη μετακύλιση ευθυνών.
Η πολιτική της κάθοδος δεν γεννήθηκε σε κενό. Γεννήθηκε από το αίσθημα ότι το δικαστικό και πολιτικό σύστημα αδυνατεί –ή δεν επιθυμεί– να αποδώσει πλήρη λογοδοσία για το Σιδηροδρομικό δυστύχημα Τεμπών. Όταν οι θεσμοί δεν λειτουργούν, η κοινωνία αναζητά άλλους δρόμους. Και η πολιτική, όσο κι αν ενοχλεί, είναι ένας από αυτούς.
Το επιχείρημα ότι «η πολιτική πρέπει να είναι αγάπη για το εμείς» δεν αναιρείται από τη στάση της. Το αντίθετο: η κ. Καρυστιανού δεν μιλά μόνο για τα Τέμπη. Μιλά για την ακρίβεια, για τη δημόσια υγεία, για την ασφάλεια, για τις Ένοπλες Δυνάμεις, για ένα κράτος που απέτυχε όχι μία φορά, αλλά συστηματικά. Αυτό ακριβώς είναι το «εμείς»: η σύνδεση μιας τραγωδίας με τις δομικές παθογένειες που την προκάλεσαν.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις περί νομικών χειρισμών και πολιτικών συνεπειών, αξίζει ψυχραιμία. Η απόδοση ευθύνης για την εξέλιξη μιας τόσο σύνθετης κοινοβουλευτικής και δικαστικής διαδικασίας σε ένα πρόσωπο δεν είναι μόνο άδικη· είναι και βολική για όσους πραγματικά αποφάσισαν, ψήφισαν και συγκάλυψαν. Αν υπάρχει πολιτική ευθύνη, αυτή βαραίνει πρωτίστως όσους είχαν την εξουσία, όχι όσους προσπάθησαν –έστω ατελώς– να σπάσουν τη σιωπή.
Τέλος, η συζήτηση για την 28η Φεβρουαρίου 2026 οφείλει να γίνει χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς. Η ίδια η κ. Καρυστιανού δεν έχει ανακοινώσει ίδρυση κόμματος εκείνη την ημέρα. Και ακόμη κι αν υπάρξουν κινητοποιήσεις, η μνήμη δεν προσβάλλεται όταν γίνεται πράξη διεκδίκησης. Προσβάλλεται όταν γίνεται επετειακή ρουτίνα χωρίς αποτέλεσμα.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι επαγγελματίας πολιτικός. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί. Σε μια χώρα κουρασμένη από ίδιες φωνές, ίδιες δικαιολογίες και ίδιες υπεκφυγές, η είσοδός της στην πολιτική σκηνή λειτουργεί ως υπενθύμιση: ότι η πολιτική δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των κομμάτων, αλλά δικαίωμα κάθε πολίτη που αρνείται να σωπάσει.
Η ιστορία θα κρίνει αν θα πετύχει. Όχι όμως η προκαταβολική απαξίωση. Γιατί, τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «επιτρέπεται» στη Μαρία Καρυστιανού να πολιτευτεί. Το ερώτημα είναι γιατί τόσοι πολλοί φοβούνται αυτό το ενδεχόμενο.

