Μια οργισμένη μαρτυρία ανοίγει τη μεγάλη συζήτηση για την πραγματική ισορροπία ανάμεσα στους δανειολήπτες, τα funds και τη Δικαιοσύνη
Μια ανάρτηση που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο θέτει ένα σκληρό, αλλά απολύτως ανθρώπινο ερώτημα: έχουν αναλογιστεί όσοι απονέμουν δικαιοσύνη τι σημαίνει να βρίσκεται ένας πολίτης μόνος απέναντι σε ένα πανίσχυρο fund;
Οι δικαστές είναι άνθρωποι. Έχουν οικογένειες, υποχρεώσεις και πιθανότατα κάποιοι από αυτούς στεγαστικά ή άλλα δάνεια. Γνωρίζουν, επομένως, τι σημαίνει η αγωνία της μηνιαίας δόσης, η απειλή απώλειας της κατοικίας και η εξάρτηση από ένα τραπεζικό σύστημα που μπορεί μέσα σε μία νύχτα να μεταβιβάσει μια απαίτηση σε ένα fund.
Αυτό, βεβαίως, δεν αποδεικνύει ότι οι δικαστές είναι εξαρτημένοι ή «αιχμάλωτοι» του συστήματος. Μια τέτοια βαριά κατηγορία απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία. Δεν μπορεί όμως να απαγορεύσει κανείς στον πολίτη να αναρωτιέται, ιδιαίτερα όταν αισθάνεται ότι τα αποδεικτικά του στοιχεία δεν εξετάστηκαν επί της ουσίας.
Μόνος απέναντι σε έναν μηχανισμό εκατομμυρίων
Ο άνθρωπος που περιγράφει την εμπειρία του υποστηρίζει ότι βρέθηκε απέναντι σε δικαστές τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στο Εφετείο, καταγγέλλοντας ξεκάθαρες τοκογλυφικές χρεώσεις από fund.
Όπως αναφέρει, προσκόμισε στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή του, αποδείκνυαν ότι οι απαιτήσεις σε βάρος του δεν ήταν νόμιμες ή ορθά υπολογισμένες. Παρ’ όλα αυτά, ένιωσε ότι αντιμετωπίστηκε περίπου ως εγκληματίας, ενώ ο ισχυρός οικονομικός μηχανισμός που βρισκόταν απέναντί του απολάμβανε μια σχεδόν αυτονόητη θεσμική αξιοπιστία.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανισορροπία.
Από τη μία πλευρά υπάρχει ένας πολίτης με περιορισμένους οικονομικούς πόρους, ψυχική εξάντληση και τον φόβο ότι θα χάσει όσα δημιούργησε σε μια ολόκληρη ζωή. Από την άλλη, ένα fund ή ένας servicer με οργανωμένα νομικά τμήματα, εξειδικευμένους συνεργάτες, οικονομική ισχύ και καθημερινή παρουσία στις δικαστικές αίθουσες.
Τυπικά, οι δύο πλευρές εμφανίζονται ίσες ενώπιον του νόμου. Στην πραγματική ζωή, όμως, απέχουν όσο ο Δαβίδ από τον Γολιάθ — μόνο που ο σημερινός Δαβίδ πολλές φορές δεν διαθέτει ούτε σφεντόνα.
Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη
Η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι ανεξάρτητη. Οφείλει όμως και να πείθει τον πολίτη ότι είναι ανεξάρτητη.
Όταν μια δικαστική απόφαση απορρίπτει σοβαρούς ισχυρισμούς χωρίς, κατά την αντίληψη του δανειολήπτη, να απαντά καθαρά στα στοιχεία του, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην απώλεια μιας υπόθεσης. Μετατρέπεται σε κρίση εμπιστοσύνης.
Ο πολίτης πρέπει να καταλαβαίνει γιατί έχασε. Πρέπει να γνωρίζει πώς υπολογίστηκαν οι τόκοι, ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος της απαίτησης, με ποια έγγραφα πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση και εάν το fund νομιμοποιείται να απαιτεί τα συγκεκριμένα ποσά.
Δεν αρκεί μια στοίβα εγγράφων και μια σειρά από δυσνόητες νομικές παραπομπές. Πίσω από κάθε δανειακό φάκελο υπάρχει ένα σπίτι, μια οικογένεια και ένας άνθρωπος που μπορεί να έχει φτάσει στα όρια της αντοχής του.
Η αναφορά στην αυτοδικία αποτελεί κραυγή κινδύνου
Το πιο ανησυχητικό σημείο της ανάρτησης είναι η παραδοχή ότι η δικαστική αντιμετώπιση οδήγησε τον πολίτη μέχρι τη σκέψη της αυτοδικίας.
Καμία αδικία, πραγματική ή αντιληπτή, δεν δικαιολογεί τη βία. Η αυτοδικία δεν αποκαθιστά το δίκαιο. Καταστρέφει ζωές και μετατρέπει τον άνθρωπο που αισθάνεται αδικημένος σε κατηγορούμενο.
Όταν, όμως, ένας πολίτης φτάνει να πιστεύει ότι δεν του έχει απομείνει κανένας θεσμικός δρόμος, το κράτος δεν δικαιούται απλώς να κουνά το δάχτυλο. Οφείλει να εξετάσει πώς ένας άνθρωπος οδηγήθηκε σε τέτοιο επίπεδο απόγνωσης.
Η συγκεκριμένη αναφορά δεν πρέπει να διαβαστεί ως απειλή ή προτροπή. Πρέπει να ακουστεί ως συναγερμός για ένα σύστημα που κινδυνεύει να χάσει την επαφή του με την κοινωνία.
Γιατί όταν ένας πολίτης μπαίνει στο δικαστήριο ζητώντας προστασία και βγαίνει νιώθοντας ότι αντιμετωπίστηκε ως εγκληματίας, η ζημιά δεν αφορά μόνο τον ίδιο.
Αφορά την ίδια την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη.
Και όταν αυτή η εμπιστοσύνη χαθεί, καμία σφραγίδα, κανένας νόμος και καμία δικαστική απόφαση δεν μπορούν εύκολα να την επαναφέρουν.

