Η Ελλάδα χάνει έδαφος, η Τουρκία κερδίζει ρόλο και το Μαξίμου μετράει μόνο την πολιτική του επιβίωση
Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνη στιγμή για μια χώρα από εκείνη που η ηγεσία της μπερδεύει το εθνικό συμφέρον με την προσωπική της πολιτική διάσωση.
Και δυστυχώς, σήμερα η Ελλάδα ζει ακριβώς αυτή τη στιγμή.
Ο κόσμος αλλάζει. Οι ισορροπίες ανατρέπονται. Πόλεμοι, νέες συμμαχίες, γεωπολιτικά παζάρια, αναδιατάξεις ισχύος, ενεργειακές διαδρομές, αμυντικές συμφωνίες, αναβαθμισμένοι ρόλοι χωρών που ξέρουν να διεκδικούν.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι παρούσα. Όχι ως κομπάρσος. Όχι ως δεδομένος σύμμαχος. Όχι ως χώρα που περιμένει να της πουν οι άλλοι τι θα κάνει. Αλλά ως δύναμη με στρατηγική, με φωνή, με απαιτήσεις, με καθαρή εθνική γραμμή.
Αντί γι’ αυτό, η χώρα μοιάζει να παρακολουθεί τις εξελίξεις από την εξέδρα.
Η Τουρκία παζαρεύει. Διεκδικεί. Πιέζει. Ανοίγει μέτωπα, κλείνει συμφωνίες, συνομιλεί με όλους, ανεβάζει διαρκώς την τιμή της γεωπολιτικής της χρησιμότητας.
Και η Ελλάδα;
Η Ελλάδα εμφανίζεται προβλέψιμη. Αμήχανη. Εγκλωβισμένη σε μια εξωτερική πολιτική χαμηλών προσδοκιών, όπου κάθε υποχώρηση βαφτίζεται «ψυχραιμία», κάθε απουσία πρωτοβουλίας βαφτίζεται «στρατηγική» και κάθε διπλωματική αδυναμία παρουσιάζεται ως «υπεύθυνη στάση».
Αυτό δεν είναι σοβαρή εξωτερική πολιτική.
Είναι πολιτική αυτοπαρηγοριάς.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ήταν ακόμη ένα καμπανάκι. Όχι γιατί κρίθηκαν όλα σε μία Σύνοδο. Αλλά γιατί φάνηκε ξανά το ίδιο μοτίβο: η Τουρκία να κινείται, να πιέζει, να διεκδικεί ρόλο και ανταλλάγματα, και η Ελλάδα να περιορίζεται στον ρόλο του παρατηρητή.
Αυτό δεν είναι τυχαίο.
Είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής.
Και το πρόβλημα πλέον δεν είναι απλώς κυβερνητικό. Είναι προσωπικά πρωθυπουργικό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει γίνει βάρος για τη χώρα. Όχι επειδή το λένε οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Αλλά επειδή η φθορά του έχει ξεπεράσει τα όρια μιας απλής κυβερνητικής δυσκολίας.
Υποκλοπές. Τέμπη. ΟΠΕΚΕΠΕ. Σκάνδαλα. Αλαζονεία εξουσίας. Κοινωνική δυσπιστία. Επικοινωνιακή διαχείριση αντί για πολιτική ευθύνη. Συγγνώμες χωρίς συνέπειες. Δηλώσεις χωρίς αντίκρισμα. Θεσμικές πληγές που δεν κλείνουν με δελτία Τύπου και τηλεοπτικές εμφανίσεις.
Όλα αυτά δεν μένουν εντός συνόρων.
Όταν ένας πρωθυπουργός έχει χάσει πολιτικό βάρος στο εσωτερικό, το χάνει και στο εξωτερικό. Όταν η κοινωνία δεν τον εμπιστεύεται, δεν μπορεί να παριστάνει τον ισχυρό ηγέτη στα διεθνή τραπέζια. Όταν κυβερνά με το βλέμμα στην επόμενη δημοσκόπηση, δεν μπορεί να σχεδιάσει την επόμενη δεκαετία.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Ελλάδα σήμερα δεν κυβερνάται με βάση το εθνικό συμφέρον. Κυβερνάται με βάση την πολιτική επιβίωση του Μαξίμου.
Κάθε απόφαση, κάθε κίνηση, κάθε καθυστέρηση, κάθε επικοινωνιακό τέχνασμα μοιάζει να περνά πρώτα από ένα φίλτρο: «Πώς σώζεται πολιτικά ο πρωθυπουργός;»
Όχι πώς σώζεται η χώρα.
Όχι πώς ενισχύεται η Ελλάδα.
Όχι πώς προστατεύονται οι πολίτες.
Όχι πώς θωρακίζεται η πατρίδα.
Αλλά πώς κερδίζει χρόνο το Μαξίμου.
Αυτό είναι το πρόβλημα.
Η χώρα δεν είναι σωσίβιο κανενός πρωθυπουργού. Δεν είναι μηχανισμός διάσωσης πολιτικών καριέρων. Δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία. Δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο. Δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα κανενός.
Η εξουσία είναι προσωρινή εντολή των πολιτών. Και αυτή η εντολή έχει έναν βασικό όρο: να υπηρετείται η πατρίδα.
Όταν όμως η εξουσία χρησιμοποιείται για να διασωθεί εκείνος που την ασκεί, τότε παύει να είναι εντολή ευθύνης. Γίνεται βαρίδι. Γίνεται εμπόδιο. Γίνεται πρόβλημα.
Και σήμερα, ο πρωθυπουργός έχει γίνει πρόβλημα της χώρας.
Ας το πούμε καθαρά.
Δεν είναι σταθερότητα να μένει ένας πρωθυπουργός στην καρέκλα επειδή φοβάται την πολιτική του πτώση. Δεν είναι σοβαρότητα να παρουσιάζεται η φθορά ως υπευθυνότητα. Δεν είναι εθνική στρατηγική να μένει η Ελλάδα ακίνητη, επειδή το Μαξίμου είναι απασχολημένο με το πώς θα διαχειριστεί την επόμενη κρίση εικόνας.
Η Ελλάδα χάνει χρόνο.
Χάνει έδαφος.
Χάνει αξιοπιστία.
Χάνει πρωτοβουλία.
Χάνει επιρροή.
Και την ίδια ώρα, η Τουρκία κερδίζει ρόλο. Όχι επειδή έγινε ξαφνικά φιλική. Όχι επειδή εγκατέλειψε τις διεκδικήσεις της. Αλλά επειδή παίζει σκληρά το παιχνίδι της ισχύος, ενώ εμείς παίζουμε το παιχνίδι της επικοινωνίας.
Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα.
Και όποιος δεν θέλει να τη βλέπει, απλώς βολεύεται μέσα στο αφήγημα του Μαξίμου.
Η χώρα όμως δεν μπορεί να ζει άλλο μέσα σε αφηγήματα. Δεν μπορεί να κυβερνιέται με σποτάκια, διαρροές, φιλικά πρωτοσέλιδα και δημοσκοπικές αναλύσεις. Δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να βρει ο κ. Μητσοτάκης τρόπο να ξαναστήσει το προφίλ του.
Η πατρίδα δεν έχει χρόνο για την προσωπική πολιτική αποκατάσταση κανενός.
Οι πραγματικοί ηγέτες ξέρουν πότε να κάνουν πίσω. Ξέρουν πότε η παρουσία τους δεν βοηθά, αλλά επιβαρύνει. Ξέρουν πότε η επιμονή τους στην εξουσία δεν είναι προσφορά, αλλά παράταση φθοράς.
Ο κ. Μητσοτάκης είτε δεν το καταλαβαίνει είτε κάνει πως δεν το καταλαβαίνει.
Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η χώρα πληρώνει.
Πληρώνει με θεσμική απαξίωση.
Πληρώνει με κοινωνική κόπωση.
Πληρώνει με χαμένη εμπιστοσύνη.
Πληρώνει με μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ.
Πληρώνει με μια κυβέρνηση που δεν κοιτάζει τον χάρτη των εθνικών προκλήσεων, αλλά τον χάρτη των δημοσκοπήσεων.
Και αυτό, σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, είναι επικίνδυνο.
Δεν γίνεται η Ελλάδα να μικραίνει για να παραμένει όρθιο το Μαξίμου.
Δεν γίνεται η εξωτερική πολιτική να προσαρμόζεται στις ανάγκες της εσωτερικής επικοινωνιακής διαχείρισης.
Δεν γίνεται το εθνικό συμφέρον να περιμένει στην ουρά, πίσω από την πολιτική επιβίωση ενός πρωθυπουργού.
Κάποια στιγμή πρέπει να μπει μια τελεία.
Και αυτή η τελεία δεν θα τη βάλουν μόνο οι αντίπαλοί του. Θα τη βάλουν οι πολίτες. Θα τη βάλουν εκείνοι που κουράστηκαν να ακούνε δικαιολογίες. Θα τη βάλουν ακόμη και άνθρωποι που κάποτε πίστεψαν πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούσε να κυβερνήσει με σοβαρότητα. Θα τη βάλει η ίδια η πραγματικότητα, που δεν υπακούει στα non paper του Μαξίμου.
Και πάνω απ’ όλα, θα τη βάλει η Ιστορία.
Γιατί η Ιστορία έχει το δικό της Ειδικό Δικαστήριο.
Χωρίς παραγραφές.
Χωρίς μονταζιέρες.
Χωρίς επικοινωνιακές διαφυγές.
Χωρίς πρόθυμους χειροκροτητές.
Χωρίς δεύτερες ευκαιρίες.
Κύριε Μητσοτάκη, η χώρα δεν σας ανήκει.
Η εξουσία δεν σας ανήκει.
Το μέλλον της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι όμηρος της δικής σας πολιτικής επιβίωσης.
Όταν ένας πρωθυπουργός γίνεται πρόβλημα της χώρας, η μόνη υπεύθυνη πράξη είναι να το αναγνωρίσει.
Κι αν δεν μπορεί να το αναγνωρίσει ο ίδιος, θα του το δείξει η κοινωνία.
Τελειώσατε.
Ώρα να το αποδεχτείτε.

