Το γινάτι δεν είναι ιδεολογία, η πικρία δεν είναι κυβερνητικό πρόγραμμα και η προσωπική εκδίκηση δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως «σωτηρία της χώρας»
Στην Ελλάδα της πελατειακής πολιτικής, η απόσταση ανάμεσα στον ένθερμο υποστηρικτή και στον ορκισμένο εχθρό μιας κυβέρνησης μπορεί να είναι ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε, ένα αίτημα που απορρίφθηκε ή μια προσωπική εξυπηρέτηση που δεν προχώρησε.
Μέχρι χθες χειροκροτητής. Σήμερα επαναστάτης. Αύριο υποψήφιος με το επόμενο κόμμα.
Δεν άλλαξε ιδεολογία. Δεν ανακάλυψε ξαφνικά τις ανάγκες της κοινωνίας. Απλώς δεν πήρε αυτό που περίμενε.
Αυτή είναι η πιο φτωχή και ταυτόχρονα η πιο διαχρονική εκδοχή της ελληνικής πολιτικής: το προσωπικό παράπονο μετατρέπεται σε «εθνική αγωνία» και το ανικανοποίητο αίτημα παρουσιάζεται ως βαθιά πολιτική διαφωνία.
Από το καφενείο στην κομματική στράτευση
Η ιστορία ενός τοπικού παράγοντα στις Κυκλάδες, ο οποίος φέρεται να δηλώνει έτοιμος να ακολουθήσει τον Αντώνη Σαμαρά επειδή δεν ικανοποιήθηκε επαγγελματικό αίτημα του κλάδου του, μπορεί να είναι ακριβής, διογκωμένη ή απλώς προϊόν τοπικής πολιτικής φλυαρίας.
Η ουσία, όμως, παραμένει.
Πόσοι μετακινούνται πολιτικά επειδή πραγματικά διαφωνούν με την κυβερνητική πολιτική και πόσοι επειδή αισθάνονται ότι δεν πήραν το μερίδιο εξουσίας που θεωρούσαν πως δικαιούνταν;
Πόσοι φωνάζουν για την «πατρίδα», τη «δημοκρατία» και τις «αρχές», ενώ στην πραγματικότητα πενθούν για μια πόρτα υπουργείου που έμεινε κλειστή;
Η ψήφος τότε δεν λειτουργεί ως συνειδητή πολιτική επιλογή. Γίνεται μέσο τιμωρίας. Ένα ιδιότυπο γραμμάτιο εκδίκησης απέναντι σε εκείνον που δεν εξυπηρέτησε, δεν διόρισε, δεν άκουσε ή δεν αναγνώρισε την τοπική «αξία» του παραπονούμενου παράγοντα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο του Σαμαρά
Το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά παραμένει πολιτικά ανοιχτό, χωρίς να έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ή επίσημη κομματική δομή. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του και θα τις ανακοινώσει «όταν και όπως πρέπει». Σχετική δήλωση του Αντώνη Σαμαρά
Ένας τέτοιος φορέας μπορεί πράγματι να εκφράσει πολίτες που διαφωνούν ουσιαστικά με την κυβέρνηση Μητσοτάκη για τα εθνικά θέματα, την οικονομία, την ακρίβεια, τη θεσμική λειτουργία ή τον πολιτικό προσανατολισμό της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Άλλο όμως η πολιτική διαφωνία και άλλο η συγκέντρωση απογοητευμένων στελεχών, κομμένων πολιτευτών, παραγκωνισμένων παραγόντων και επίδοξων υποψηφίων που αναζητούν μια δεύτερη ευκαιρία για πολιτική επιβίωση.
Ένα κόμμα δεν γίνεται μεγάλο επειδή μαζεύει πολλούς θυμωμένους. Γίνεται σοβαρό όταν μπορεί να απαντήσει τι διαφορετικό προτείνει, με ποιους ανθρώπους και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο.
Το γινάτι κάνει θόρυβο – δεν κυβερνά
Η οργή μπορεί να γεμίσει μια αίθουσα. Η πικρία μπορεί να χαρίσει μερικές μονάδες στις δημοσκοπήσεις. Η εκδίκηση μπορεί ακόμη και να προκαλέσει εκλογική ζημιά σε έναν αντίπαλο.
Δεν μπορούν, όμως, να κυβερνήσουν μια χώρα.
Όταν έρθει η ώρα των πραγματικών ερωτημάτων, τα προσωπικά απωθημένα τελειώνουν. Τότε χρειάζονται απαντήσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, το ΕΣΥ, την Παιδεία, την ασφάλεια και την καθημερινότητα των πολιτών.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσοι είναι θυμωμένοι με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι εάν όσοι φιλοδοξούν να τον αντικαταστήσουν διαθέτουν κάτι περισσότερο από θυμό.
Γιατί το γινάτι μπορεί να γεννήσει κόμμα. Δεν αρκεί, όμως, για να γεννήσει προοπτική.

