Πίσω από τη συλλογική ρητορική ορισμένων κομματικών στελεχών κρύβονται συχνά προσωπικές φιλοδοξίες, ανάγκη επιβολής και ένας αδυσώπητος πόλεμος μηχανισμών
Με αφορμή δημόσια ανάρτηση του Γιώργου Πύργαρη.
Στην πολιτική, το «εμείς» είναι μια βαριά λέξη. Υποτίθεται ότι περιγράφει μια συλλογικότητα, μια κοινή διαδρομή, ανθρώπους που συζητούν, διαφωνούν, συνθέτουν και τελικά αποφασίζουν μαζί. Δεν είναι απλώς ένας γραμματικός τύπος. Είναι υπόσχεση δημοκρατίας.
Μόνο που πολλές φορές αυτή η υπόσχεση είναι κενή.
Υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα που αρχίζουν κάθε δημόσια τοποθέτησή τους με το «εμείς πιστεύουμε», ενώ στην πραγματικότητα εννοούν «εγώ αποφάσισα». Λένε «εμείς προτείνουμε», αλλά δεν έχουν ρωτήσει κανέναν. Επικαλούνται την παράταξη, τη βάση, τα μέλη ή την κοινωνία, όχι για να τους εκπροσωπήσουν, αλλά για να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στη δική τους προσωπική επιθυμία.
Το «εμείς» γίνεται τότε άλλοθι. Μια βολική μάσκα για ένα υπερτροφικό «εγώ».
Βεβαίως, δεν είναι ύποπτος όποιος χρησιμοποιεί πρώτο πληθυντικό. Η πολιτική είναι από τη φύση της συλλογική υπόθεση. Η αλήθεια, όμως, αποκαλύπτεται όταν έρθει η ώρα της διαφωνίας. Εκεί φαίνεται αν κάποιος πιστεύει πραγματικά στο «εμείς» ή αν το χρησιμοποιεί μόνο όσο τον εξυπηρετεί.
Δέχεται την απόφαση των πολλών όταν δεν τον ευνοεί; Παραμένει στην κοινή προσπάθεια όταν δεν παίρνει τη θέση που επιθυμεί; Μοιράζεται την επιτυχία; Αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του στην αποτυχία; Αντέχει την κριτική ή θεωρεί κάθε διαφορετική άποψη προσωπική προσβολή;
Σε αυτά τα ερωτήματα κρίνεται η συλλογικότητα — όχι στις μεγαλόστομες δηλώσεις.
Τα κόμματα ως προσωρινές συμμαχίες προσωπικών φιλοδοξιών
Πολλά κόμματα και παρατάξεις δεν διαλύονται επειδή εξαντλήθηκαν οι ιδέες τους. Διαλύονται επειδή δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν πραγματικές συλλογικότητες. Κάτω από την κοινή ταμπέλα συνυπήρχαν πρόσωπα που περίμεναν τη δική τους στιγμή, τη δική τους θέση, τη δική τους αναγνώριση.
Όσο δεν τίθεται θέμα ρόλων, ψηφοδελτίων, εξουσίας ή προβολής, όλοι μπορούν να εμφανίζονται ενωμένοι. Όταν όμως έρθει η ώρα να μοιραστούν οι θέσεις και οι ευθύνες, οι μάσκες πέφτουν. Οι σύντροφοι μετατρέπονται σε αντιπάλους, οι παλιές φιλίες ξεχνιούνται και οι μέχρι χθες συνοδοιπόροι αρχίζουν να αλληλοκατηγορούνται.
Οι ιδεολογικές διαφορές μπορεί να είναι υπαρκτές και απολύτως θεμιτές. Δεν πρέπει κάθε ρήξη να αποδίδεται στην προσωπική φιλοδοξία. Θα ήταν όμως εξίσου αφελές να πιστέψουμε ότι πίσω από κάθε κομματική σύγκρουση βρίσκεται πάντοτε μια μεγάλη μάχη αρχών.
Συχνά η ιδεολογία επιστρατεύεται εκ των υστέρων, για να ντύσει με πολιτικά επιχειρήματα μια βαθιά προσωπική αντιπαράθεση.
Γι’ αυτό και τα λεγόμενα «συντροφικά μαχαιρώματα» είναι συνήθως τα πιο σκληρά. Δεν προέρχονται από τον γνωστό πολιτικό αντίπαλο, αλλά από εκείνον που γνωρίζει πρόσωπα, αδυναμίες, σχέσεις και εσωτερικές ισορροπίες.
Όταν η κοινή πορεία δεν βασίστηκε στην εμπιστοσύνη αλλά σε ένα προσωρινό συμφέρον, η σύγκρουση γίνεται ανελέητη.
Η δημοκρατία δεν είναι γραμματικός τύπος
Ένα αληθινό «εμείς» δεν κατασκευάζεται με ανακοινώσεις. Χτίζεται με κανόνες, λογοδοσία, διαφάνεια και σεβασμό στη διαφορετική άποψη.
Απαιτεί ανθρώπους που γνωρίζουν ότι κανείς δεν είναι μεγαλύτερος από τη συλλογικότητα και ότι καμία παράταξη δεν μπορεί να λειτουργεί ως προσωπική ιδιοκτησία του αρχηγού, του στελέχους ή του μηχανισμού της.
Χρειάζεται, επίσης, πολίτες που δεν εντυπωσιάζονται από τις λέξεις αλλά εξετάζουν τη συμπεριφορά.
Ποιος ακούει πραγματικά; Ποιος σέβεται τις αποφάσεις των οργάνων; Ποιος παραμένει συνεπής ακόμη και όταν δεν ανταμείβεται; Ποιος υπηρετεί έναν σκοπό χωρίς να απαιτεί διαρκώς το πρώτο πλάνο;
Γιατί είναι εύκολο να λες «εμείς». Το δύσκολο είναι να αποδέχεσαι ότι μέσα σε αυτό το «εμείς» δεν είσαι πάντα ο πρώτος, ο μοναδικός ή ο αλάνθαστος.
Τελικά, ορισμένα κόμματα διαλύονται «εξ ων συνετέθησαν» όχι επειδή προδόθηκαν οι διακηρύξεις τους, αλλά επειδή αυτές δεν υπήρξαν ποτέ κοινό κτήμα. Ήταν απλώς το σκηνικό πίσω από το οποίο πολλά φιλόδοξα «εγώ» περίμεναν να επικρατήσουν.
Η πολιτική ωριμότητα αρχίζει τη στιγμή που το «εγώ» δέχεται να έχει όρια. Και η πραγματική συλλογικότητα γεννιέται μόνο όταν το «εμείς» παύει να είναι μάσκα και γίνεται καθημερινή πράξη.

