Υπάρχει μια Ελλάδα για τους πολλούς και μια άλλη Ελλάδα για τους ισχυρούς.
Στην πρώτη Ελλάδα, αν ένας άνθρωπος χρωστά 30.000 ευρώ, βλέπει επιστολές, εξώδικα, τηλέφωνα, servicers, funds, απειλές, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς. Βλέπει το σπίτι του να μετατρέπεται από οικογενειακό καταφύγιο σε αριθμό φακέλου. Βλέπει την αξιοπρέπειά του να μπαίνει σε ηλεκτρονική πλατφόρμα και να βγαίνει στο σφυρί.
Στη δεύτερη Ελλάδα, ένα κόμμα μπορεί να εμφανίζει χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και να αντιμετωπίζεται περίπου ως φυσιολογικό φαινόμενο. Όχι ως σκάνδαλο. Όχι ως πρόβλημα δημοκρατικής τάξης. Όχι ως θεσμική πρόκληση. Απλώς ως μια ακόμη Δευτέρα μεσημέρι.
Και όταν τίθεται το αυτονόητο ερώτημα —αν οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για τον απλό πολίτη και για τη Νέα Δημοκρατία— η απάντηση είναι ότι πρόκειται για «λαϊκισμό».
Λαϊκισμός είναι να ζητάς να πληρώνονται τα χρέη;
Λαϊκισμός είναι να ρωτάς γιατί ο φτωχός οδηγείται στον πλειστηριασμό, ενώ το κυβερνών κόμμα εμφανίζεται να ζει με ένα βουνό δανείων στην πλάτη;
Λαϊκισμός είναι να απαιτείς ισονομία;
Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Ο απλός πολίτης που παλεύει να πληρώσει δόσεις, τόκους, ρυθμίσεις και χαράτσια δεν έχει πολιτικό εκπρόσωπο να του λέει «πληρώνω με τον καλύτερο ρυθμό που μπορώ». Δεν έχει κυβερνητική κάλυψη. Δεν έχει τραπεζική ανοχή. Δεν έχει επικοινωνιακό μηχανισμό να μετατρέπει το χρέος του σε «τεχνικό ζήτημα».
Έχει μόνο τον φόβο ότι μια μέρα θα χάσει το σπίτι του.
Και απέναντι σε αυτόν τον φόβο, η εξουσία εμφανίζεται ψυχρή. Όταν χρωστά ο πολίτης, το κράτος είναι αυστηρό. Όταν χρωστά το κόμμα της εξουσίας, το σύστημα γίνεται κατανοητικό, ερμηνευτικό, υπομονετικό.
Αυτή είναι η ουσία του προβλήματος. Όχι μόνο το ύψος του χρέους. Αλλά τα δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Για τον πολίτη υπάρχει ευθύνη. Για το κόμμα υπάρχει εξήγηση.
Για τον πολίτη υπάρχει πλειστηριασμός. Για το κόμμα υπάρχει πολιτική κάλυψη.
Για τον πολίτη υπάρχει «δεν πληρώσατε». Για το κόμμα υπάρχει «ρωτήστε τη γενική διεύθυνση».
Αν ένας επαγγελματίας, ένας άνεργος, ένας συνταξιούχος, μια μονογονεϊκή οικογένεια, ένας ασθενής ή ένας καρκινοπαθής έλεγε στην τράπεζα «πληρώνω με τον καλύτερο ρυθμό που μπορώ», θα του χάριζαν το σπίτι; Θα του έλεγαν «εντάξει, συνεχίστε»; Ή θα έμπαινε το ακίνητο στην πλατφόρμα των πλειστηριασμών;
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική υποκρισία.
Η κυβέρνηση λέει ότι βοηθά τους πολίτες να σώσουν τα σπίτια τους. Την ίδια ώρα, χιλιάδες άνθρωποι ζουν με την αγωνία της απώλειας της πρώτης κατοικίας, των κατασχέσεων και των πιέσεων από funds και servicers. Και την ίδια ώρα, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται με χρέη που για οποιονδήποτε άλλο θα αποτελούσαν οικονομική κατάρρευση.
Και το ερώτημα παραμένει απλό:
Αν αυξάνονταν έτσι τα χρέη ενός φτωχού ανθρώπου, τι θα του έλεγαν;
Θα του έλεγαν ότι «πληρώνει με τον καλύτερο δυνατό ρυθμό»;
Ή θα του έπαιρναν το σπίτι;
Η απάντηση είναι γνωστή. Και γι’ αυτό ενοχλεί.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Είναι πρόβλημα δικαιοσύνης. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Είναι πρόβλημα εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Όταν οι νόμοι λειτουργούν σαν ξυράφι για τον αδύναμο και σαν μαξιλάρι για τον ισχυρό, τότε δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για κράτος δύο ταχυτήτων.
Και σε αυτό το κράτος, ο φτωχός καλείται να πληρώσει μέχρι τελευταίου ευρώ.
Το κόμμα της εξουσίας, όμως, ζητά κατανόηση.
Ας το πουν καθαρά λοιπόν:
Οι νόμοι είναι ίδιοι για όλους ή μόνο για όσους δεν έχουν πολιτική προστασία;

