Το Δημόσιο πλήρωσε τη διάσωση, οι ιδιώτες καρπώθηκαν την ανάκαμψη και οι πολίτες έμειναν με τα κόκκινα δάνεια στα funds
Αν με τη λέξη «σκάνδαλο» εννοούμε μια τελεσίδικα αποδεδειγμένη ποινική υπόθεση, αυτό απαιτεί δικαστική διερεύνηση. Αν όμως μιλάμε για πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο, δηλαδή για μια επιλογή που κοινωνικοποίησε τις ζημιές και ιδιωτικοποίησε τα κέρδη, τότε η διαχείριση των συστημικών τραπεζών αποτελεί μία από τις βαρύτερες υποθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Οι αριθμοί δεν επιτρέπουν πανηγυρισμούς. Επιβάλλουν λογοδοσία.
Τα 46 δισ. ευρώ και η ζημιά των 42–43 δισ.
Η συνολική έκθεση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις ελληνικές τράπεζες υπολογίστηκε περίπου στα 46 δισ. ευρώ. Με έσοδα αποεπένδυσης της τάξης των 3,5 δισ. ευρώ, η απώλεια για το Δημόσιο προσεγγίζει τα 42–43 δισ. ευρώ.
Οι πωλήσεις των τραπεζικών συμμετοχών απέφεραν περίπου 93,7 εκατ. ευρώ από τη Eurobank, 293,5 εκατ. από την Alpha Bank, 1,757 δισ. συνολικά από τις δύο διαθέσεις μετοχών της Εθνικής και 1,35 δισ. από την Πειραιώς.
Κάπως έτσι, δεκάδες δισεκατομμύρια του ελληνικού λαού μετατράπηκαν σε ένα πενιχρό τίμημα, το οποίο η κυβέρνηση παρουσίασε περίπου ως εθνική επιτυχία.
Η συνολική ζημιά δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά από τη σημερινή κυβέρνηση. Οι ανακεφαλαιοποιήσεις και οι απομειώσεις των συμμετοχών του Δημοσίου έγιναν διαδοχικά, από το 2012 έως το 2015, υπό διαφορετικές κυβερνήσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμως, έχει ακέραιη την πολιτική ευθύνη για τη χρονική στιγμή, την ταχύτητα και τους όρους της τελικής εκποίησης του 2023–2024.
Πουλήθηκαν για 3,5 δισ. – σήμερα τα ίδια πακέτα αξίζουν πάνω από 9 δισ.
Η συνολική χρηματιστηριακή αξία των Alpha Bank, Eurobank, Εθνικής και Πειραιώς προσεγγίζει πλέον τα 53 δισ. ευρώ.
Δεν είναι λογιστικά ορθό να συγκρίνουμε τα 46 δισ. των ανακεφαλαιοποιήσεων με ολόκληρη τη σημερινή κεφαλαιοποίηση, επειδή το Δημόσιο δεν κατείχε πλέον το 100% των τραπεζών όταν έγιναν οι πωλήσεις.
Υπάρχει, όμως, μια άλλη σύγκριση που καίει.
Τα συγκεκριμένα πακέτα μετοχών που πουλήθηκαν αντί περίπου 3,5 δισ. ευρώ αποτιμώνται σήμερα σε περισσότερα από 9 δισ. ευρώ. Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια προκύπτει διαφορά χρηματιστηριακής αξίας της τάξης των 5,5–6 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται μερίσματα και επαναγορές μετοχών.
Αυτό δεν απαιτεί εισαγγελική φαντασία. Απαιτεί ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο.
Ποιοι εισηγήθηκαν τις πωλήσεις; Ποιοι αποφάσισαν τις τιμές; Γιατί δεν ακολουθήθηκε μια σταδιακή αποεπένδυση, ώστε το Δημόσιο να διατηρήσει μέρος της μελλοντικής υπεραξίας;
Καθαρά κέρδη 16 δισ. ευρώ σε τέσσερα χρόνια
Την ώρα που το Δημόσιο αποχωρούσε, οι τράπεζες επέστρεφαν στην ισχυρή κερδοφορία.
Τα τραπεζικά κέρδη μετά φόρων διαμορφώθηκαν περίπου στα 3,4 δισ. ευρώ το 2022, στα 3,8 δισ. το 2023, στα 4,2 δισ. το 2024 και στα 4,7 δισ. το 2025. Συνολικά, περισσότερα από 16 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Το κράτος πούλησε ακριβώς όταν άρχιζε η περίοδος των μεγάλων κερδών.
Οι ιδιώτες μέτοχοι πήραν την υπεραξία, τα μερίσματα και τις αποδόσεις. Ο φορολογούμενος κράτησε τον λογαριασμό της διάσωσης.
Τυχαίο; Ατυχής οικονομική πρόβλεψη; Ή μια απολύτως συνειδητή πολιτική επιλογή υπέρ των νέων ιδιοκτητών;
«Ηρακλής»: Το Δημόσιο εγγυήθηκε, οι τράπεζες καθάρισαν
Μέσω των προγραμμάτων «Ηρακλής», το Ελληνικό Δημόσιο προσέφερε εγγυήσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για τις τιτλοποιήσεις των κόκκινων δανείων.
Οι εγγυήσεις αυτές δεν αποτελούν άμεση καταβολή χρημάτων στις τράπεζες. Αποτελούν, όμως, ενδεχόμενη υποχρέωση του κράτους. Το Δημόσιο ανέλαβε τον τελικό κίνδυνο εάν οι εισπράξεις από τα τιτλοποιημένα δάνεια δεν επαρκέσουν για την αποπληρωμή των εγγυημένων τίτλων.
Οι τράπεζες καθάρισαν τους ισολογισμούς τους, μείωσαν θεαματικά τα κόκκινα δάνεια και αποκατέστησαν την κερδοφορία τους.
Τα δάνεια, όμως, δεν εξαφανίστηκαν. Μεταφέρθηκαν σε funds και servicers.
Ο τραπεζικός ισολογισμός καθάρισε. Η ζωή του δανειολήπτη όχι.
Αναβαλλόμενος φόρος: Κρατική εγγύηση μεταμφιεσμένη σε κεφάλαιο
Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν αποτελεί άμεση επιδότηση σε μετρητά. Αποτελεί, όμως, ένα ιδιόμορφο κρατικά εγγυημένο εποπτικό κεφάλαιο, το οποίο επέτρεψε στις τράπεζες να εμφανίζουν ισχυρότερους κεφαλαιακούς δείκτες.
Ακόμη και μετά τη σταδιακή απόσβεσή του, εξακολουθεί να αποτελεί τεράστιο μέρος των βασικών κεφαλαίων των τραπεζών.
Με απλά λόγια, η κερδοφορία είναι ιδιωτική, αλλά ένα σημαντικό τμήμα της κεφαλαιακής ασφάλειας παραμένει συνδεδεμένο με το Ελληνικό Δημόσιο.
Το «hive down» και η μεγάλη διευκόλυνση
Το λεγόμενο «hive down» δεν ήταν νέα χρηματοδότηση. Ήταν ένας ειδικός εταιρικός μετασχηματισμός που επέτρεψε τον διαχωρισμό των τραπεζικών δραστηριοτήτων από τις εταιρείες συμμετοχών.
Ο μετασχηματισμός διευκόλυνε την εξυγίανση των ισολογισμών, τις τιτλοποιήσεις και τη συνολική αναδιοργάνωση των τραπεζικών ομίλων, χωρίς να διαταραχθεί η λειτουργία του αναβαλλόμενου φόρου.
Άλλη μία διευκόλυνση από το κράτος προς το τραπεζικό σύστημα. Άλλη μία επιλογή χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό αντάλλαγμα.
Η «κακή τράπεζα» που δεν έγινε ποτέ
Υπήρξε πρόταση για τη δημιουργία μιας κεντρικής εταιρείας διαχείρισης προβληματικών στοιχείων, μιας «κακής τράπεζας», η οποία θα μπορούσε να αναλάβει δεκάδες δισεκατομμύρια παλαιών και νέων κόκκινων δανείων και να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το πρόβλημα του αναβαλλόμενου φόρου.
Η κυβέρνηση επέλεξε τον «Ηρακλή», τις τιτλοποιήσεις και την παράδοση των απαιτήσεων σε funds και servicers.
Οι τράπεζες απελευθερώθηκαν από το βάρος των κόκκινων δανείων. Οι πολίτες, όμως, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μαζικές απαιτήσεις, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς.
Κοινωνικοποίησαν τη ζημιά – ιδιωτικοποίησαν τα κέρδη
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό σκάνδαλο.
Η χώρα διέσωσε τις τράπεζες. Ο φορολογούμενος πλήρωσε τις ανακεφαλαιοποιήσεις. Το Δημόσιο εγγυήθηκε την εξυγίανση των ισολογισμών. Ο αναβαλλόμενος φόρος στήριξε τα εποπτικά κεφάλαια. Ο «Ηρακλής» άνοιξε τον δρόμο για την απομάκρυνση των κόκκινων δανείων.
Και όταν οι τράπεζες επέστρεψαν στην κερδοφορία, το κράτος αποχώρησε.
Οι ζημιές έμειναν στον λαό. Οι υπεραξίες πέρασαν στους ιδιώτες.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει:
Ποιος αποφάσισε ότι τα 3,5 δισ. ευρώ αποτελούσαν επαρκές τίμημα; Γιατί δεν διατηρήθηκε ισχυρή δημόσια συμμετοχή; Γιατί δεν συνδέθηκε η κρατική στήριξη με πραγματική προστασία των δανειοληπτών; Και ποιος θα λογοδοτήσει για τα δισεκατομμύρια υπεραξίας που χάθηκαν για το Ελληνικό Δημόσιο;
Γιατί, όταν μιλάμε για 42 δισ. ευρώ απώλειες, δεν μιλάμε για ένα απλό οικονομικό λάθος.
Μιλάμε για μια πολιτική επιλογή ιστορικών διαστάσεων.

