Το Μέγαρο Μαξίμου αναμένει την αποστολή του δεύτερου σκέλους της δικογραφίας σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, εν μέσω αυξανόμενων πληροφοριών και διαρροών σχετικά με το περιεχόμενό της.
Παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης για την απουσία συγκεκριμένων μαρτύρων από τις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής, κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και ότι οι εξελίξεις αναμένεται να συνεχιστούν μετά την κατάθεση του πλήρους υλικού. Το χρονικό σημείο αποστολής της δικογραφίας θεωρείται κρίσιμο, καθώς εκτιμάται πως ενδέχεται να φθάσει στη Βουλή κατά τη διάρκεια της συζήτησης του κρατικού Προϋπολογισμού στα μέσα Δεκεμβρίου, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τον δημόσιο διάλογο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η επεξεργασία των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών που προέκυψαν από νόμιμες συνακροάσεις της ΔΙΔΑΠ ολοκληρώνεται από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. έως το τέλος Νοεμβρίου. Στη συνέχεια η δικογραφία αναμένεται να διαβιβαστεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στη Βουλή τον Δεκέμβριο ή, εναλλακτικά, τον Ιανουάριο.
Το υλικό εξετάζει μια σειρά παρεμβάσεων που φέρεται να έγιναν σχετικά με επιδοτήσεις, με στόχο να εξακριβωθεί αν πρόκειται για νόμιμες διαδικασίες ή για χορηγήσεις ενισχύσεων με πλαστά στοιχεία.
Σε αντίθεση με το πρώτο σκέλος της δικογραφίας, το νέο υλικό φέρεται να περιλαμβάνει:
- Άμεσες συνομιλίες πολιτικών προσώπων με υπηρεσιακά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, και όχι μόνο αναφορές τρίτων. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αυτό αφορά τουλάχιστον τρεις υπουργούς και οκτώ εν ενεργεία βουλευτές.
- Συγκεκριμένο κατηγορητήριο για ορισμένα πολιτικά πρόσωπα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αιτήματα άρσης ασυλίας. Το πρώτο μέρος της δικογραφίας είχε αποσταλεί χωρίς κατηγορητήριο, λόγω κινδύνου παραγραφής.
- Καταγεγραμμένες αναφορές σε οικονομικά ανταλλάγματα, όπως «μίζες» και προμήθειες, σε συζητήσεις μεταξύ υπηρεσιακών στελεχών.
Η κατάθεση του νέου, εκτεταμένου υλικού στη Βουλή αναμένεται να επηρεάσει τις πολιτικές ισορροπίες και να επαναφέρει τη συζήτηση για τον ρόλο κυβερνητικών στελεχών στην υπόθεση, ενώ εκτιμάται ότι θα ενταθεί ο διάλογος για την πολιτική ευθύνη και τις διαδικασίες εποπτείας του Οργανισμού.

