Ο κόσμος πιστεύει πως οι ησυχασταί… οι μοναχοί και οι κοσμοκαλόγεροι, έχουν τιθασεύσει εξ΄αρχής τα πάθη τους… πως είναι εσαεί δόκιμοι άγγελοι όπου δεν βασανίζονται από πειρασμούς… Λάθος! Δίδουν αγώνα καθημερινόν… παλεύει το πνεύμα με το σώμα καθημερινώς και αδιαλείπτως! Νύκτα και ημέρα… Προπαντός τη νύκτα! Εάν ενθυμούμαι καλώς, έχω συγγράψει ένα διήγημα περί τούτου… Τον καλόγερον!…
Οπότε και εγώ ο άμοιρος, δεν απέφυγα διόλου τους πειρασμούς. Επιτέλους, άνδρας ήμουν! Ναι, ερωτεύθην! Πολλάκις!… Από παιδίον κιόλας! Δε θα είπω ονόματα… Θα είπω για τας ωραίας ηρωίδας μου… την Πολυμνία… τη Μοσχούλα, την πανδρεμένη Λαλιώ και τόσες άλλες… έτσι όπως τις μεταμφίεσα εις τα διηγήματά μου… Όμως, ήσαν πραγματικές! Ολοζώντανες! Και στο νησί μου… και στην Αθήνα! Γυναίκες όπου με την ομορφάδα τους με συνεκλόνισαν… Και δεν ήτο έρως μόνον πνευματικός… Ήτο και σωματικός! Οδυνηρός! Η ομορφιά και ο αισθησιασμός των, μου έκαιγεν το σώμα… Υπήρξαν φορές, όπου εκινδύνεψα να πέσω σε ανομολόγητη αμαρτία!…
Κάποτε, εφιλοξένησα εδώ εις τας Αθήνας… μακρινήν εξαδέλφην μου, όπου είχεν έλθει διά λόγους υγείας. Ήμουν ήδη αγγισμένος από την ευμορφιά της παλαιόθεν. Την εκοίμισα στο διπλανό δώμα το βράδυ. Μία πόρτα μας εχώριζεν. Όταν όμως απεσύρθη, ήρχισε να καίει το σώμα μου… Εξάπλωσα μα δεν εύρισκον ησυχία… Ηγέρθην και δεν ενθυμούμαι πόσες φορές ήγγιξα το πόμολο… Ήθελα να της είπω -δικαιολογία- να παρατείνουμε την συζήτησή μας… Μα δεν το ετόλμησα… Και μετά… και μετά τι έκαμα εγώ όπου όλοι με παίρνουν διά άγιο;;… Έσκυψα και την εκατασκόπευα από την κλειδαρότρυπα! Την είδα να γδύνεται… Έβλεπα τα γυμνά της χέρια καθώς έβγαζε το φόρεμα, τους ώμους… την πλάτη… το ωχρό της πρόσωπο… τους κόλπους του στήθους… Ίδρωσα… Την ήθελα σαν τρελός! Ολίγον έλειψε να αγγίξω το πόμολο και να ορμήσω μέσα!… Την ύστατη όμως στιγμή πισωπάτησα… Ένιωσα τρόμο εμπρός εις το ενδεχόμενον τέτοιας αισχρής αμαρτίας!… Στο κάτω κάτω, ο πατήρ της μου είχεν εμπιστευθεί την θυγατέρα του!… Πισωπάτησα λοιπόν και έπεσα στα γόνατα προσευχόμενος, ζητώντας συγχώρεση… Και μετά εκοιμήθην σαν πουλάκι! Και τις υπόλοιπες ημέρες, της εφέρθην σαν μεγάλος αδελφός… Εγλύτωσα!…”

