Φανταστείτε ένα πρωινό όπου η Πολιτεία ανακοινώνει ότι, «για λόγους πρόληψης», πρέπει να θανατώνονται 440 κατοικίδια σκυλιά την ημέρα. Όχι αδέσποτα, όχι ζώα άγνωστα, αλλά τα δικά μας σκυλιά: εκείνα που κοιμούνται στο χαλί μας, που μεγαλώνουν δίπλα στα παιδιά μας, που μας κοιτούν με εκείνο το βλέμμα που καταργεί τις λέξεις.
Η ανακοίνωση δεν συνοδεύεται από στοιχεία. Δεν προσφέρει εξηγήσεις. Είναι μια ψυχρή, γραφειοκρατική οδηγία, τυλιγμένη σε φράσεις όπως «μέτρο πρόληψης», «αποφυγή διασποράς», «προστασία του πληθυσμού». Ξαφνικά, συνεργεία βγαίνουν στους δρόμους και οι γειτονιές γεμίζουν με ουρλιαχτά – όχι μόνο των ζώων, αλλά και των ανθρώπων που βλέπουν την καθημερινότητά τους να μετατρέπεται σε εφιάλτη.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι αντιδράσεις ποικίλλουν. Κάποιοι κρύβουν τα σκυλιά τους, κάποιοι μπλοκάρουν πόρτες με τα σώματά τους, ενώ άλλοι, παγωμένοι από τον φόβο ή την αβεβαιότητα, υπακούουν. Κι ύστερα υπάρχουν κι εκείνοι –πολλοί– που μένουν σιωπηλοί. «Οι ειδικοί κάτι θα ξέρουν», «το κράτος δεν μπορεί να κάνει λάθος», «είναι κρίμα, αλλά πρέπει».
Και κάπως έτσι αρχίζει η πραγματική τραγωδία: η συνήθεια του παράλογου. Τα 440 σκυλιά την ημέρα παύουν σιγά-σιγά να είναι πρόσωπα και ιστορίες· γίνονται αριθμός, στατιστική, διοικητική ρουτίνα. Το ασύλληπτο γίνεται καθημερινότητα.
Αυτή η εξοικείωση με την αδικία είναι ίσως η βαθύτερη πληγή μιας κοινωνίας. Γιατί όταν συνηθίζεις να εγκαταλείπεις το ανυπεράσπιστο —είτε είναι ζώο, είτε άνθρωπος, είτε ένας ολόκληρος κλάδος που πλήττεται— τότε δεν χάνεις μόνο την ενσυναίσθησή σου· χάνεις ένα κομμάτι της ανθρώπινης ταυτότητάς σου.
Το παράδειγμα των προβάτων, των κτηνοτρόφων και των αγροτών που βιώνουν την εγκατάλειψη δεν είναι απλώς μια είδηση της επικαιρότητας. Είναι ένας καθρέφτης που μας δείχνει πού οδηγεί η παραίτηση, η απάθεια και η άκριτη υπακοή. Η κοινωνία δεν διαβρώνεται όταν συμβαίνει μια αδικία — αυτό μπορεί να συμβεί παντού και πάντα. Διαβρώνεται όταν παύει να αντιδρά.
Η προστασία του αδύναμου δεν είναι ρομαντισμός. Είναι υποχρέωση. Είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και προϋπόθεση της ελευθερίας. Και όταν αυτή η προστασία υποχωρεί μπροστά στον φόβο ή στη συνήθεια, ανοίγει ο δρόμος για τη βαρβαρότητα.
Η ανατροπή μιας τέτοιας κατάστασης —προτού γίνει μόνιμη, αποδεκτή και «λογική»— δεν είναι απλώς πολιτικό καθήκον. Είναι ψυχική ανάγκη μιας κοινωνίας που θέλει να παραμείνει ανθρώπινη.
Γιατί η ανθρωπιά δεν είναι συναίσθημα.
Είναι πράξη.
Και η πράξη, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, είναι αυτή που μπορεί να ανατρέψει την αδικία και να μας θυμίσει ότι ακόμη μπορούμε να αγαπάμε, να υπερασπιζόμαστε, να αντιστεκόμαστε.


