Η εμπιστοσύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια, ούτε αποκαθίσταται με ημερίδες, πάνελ και ευγενικές προσκλήσεις. Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη χτίζεται αργά και χάνεται απότομα – συνήθως όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συνδιοργάνωση συνεδρίου για τη «Δικαιοσύνη και την εμπιστοσύνη των πολιτών» από τον Άρειος Πάγος και ανώτατους δικαστικούς σχηματισμούς με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων δεν αποτελεί απλώς ένα ατυχές επικοινωνιακό στιγμιότυπο. Είναι ένα βαθιά προβληματικό θεσμικό μήνυμα.
Διότι η Δικαιοσύνη δεν έχει ανάγκη από «συμμαχίες κύρους» για να πείσει την κοινωνία. Έχει ανάγκη από πράξεις που να αποδεικνύουν ότι δεν λειτουργεί ως μηχανισμός εξομάλυνσης ισχυρών συμφερόντων, αλλά ως θεσμός προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και των πολιτών.
Αν πράγματι η ηγεσία της Δικαιοσύνης αναζητά τρόπους αποκατάστασης της εμπιστοσύνης, υπάρχουν συγκεκριμένα, χειροπιαστά πεδία στα οποία κρίνεται – και όχι σε αίθουσες συνεδρίων.
Πρώτον, στις υποθέσεις που αφορούν funds, servicers και πλειστηριασμούς. Εκεί όπου χιλιάδες πολίτες βλέπουν την πρώτη κατοικία να χάνεται, ενώ το νομικό πλαίσιο μοιάζει να προσαρμόζεται διαρκώς στις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η Δικαιοσύνη οφείλει να δείξει ότι δεν είναι προέκταση τραπεζικών ισορροπιών, αλλά εγγυητής της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Δεύτερον, στο έγκλημα των Τεμπών. Όχι με αποσπασματικές ποινικές αξιολογήσεις και πλημμεληματικές διερευνήσεις που αφήνουν την αίσθηση υποβάθμισης της ευθύνης, αλλά με ουσιαστική εξέταση του αν συντρέχουν κακουργηματικές ευθύνες για πολιτικά πρόσωπα. Όσο η κοινωνία πιστεύει ότι το «ψηλό επίπεδο» εξουσίας προστατεύεται, η δυσπιστία θα βαθαίνει.
Τρίτον, στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι πολίτες γνωρίζουν πλέον ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος δεν είναι θεολογικό δόγμα αλλά νομικό εργαλείο, το οποίο μπορεί –και πρέπει– να ερμηνεύεται με γνώμονα τη λογοδοσία. Η απραξία εδώ μεταφράζεται ευθέως ως συγκάλυψη.
Τέταρτον, στην υπόθεση των υποκλοπών και του λογισμικού Predator. Η επιλογή να περιορίζεται το ποινικό ενδιαφέρον σε ιδιώτες, την ώρα που το σκάνδαλο φέρει όλα τα χαρακτηριστικά κρατικής εκτροπής, συνιστά ευθεία υποτίμηση της νοημοσύνης της κοινωνίας.
Πέμπτον, στην ανθρώπινη διάσταση των υποθέσεων. Οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών δεν ζητούν χάρη. Ζητούν αλήθεια και δικαιοσύνη. Όταν ένας πατέρας αναγκάζεται να φτάσει σε απεργία πείνας για να ακουστεί, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι θεσμικό και βαθύ.
Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται από τις προθέσεις της ούτε από τα δελτία Τύπου. Κρίνεται από το ποιον ελέγχει, ποιον αγγίζει και ποιον αφήνει ανέγγιχτο.
Και όσο οι πολίτες βλέπουν ότι οι ισχυροί συζητούν για τη Δικαιοσύνη σε κλειστές αίθουσες, ενώ οι ίδιοι βιώνουν τις συνέπειές της στην πόρτα του σπιτιού τους ή στο μνήμα των παιδιών τους, η εμπιστοσύνη δεν θα αποκαθίσταται.
Θα αποσύρεται. Σιωπηλά, αλλά οριστικά.

