Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur παρουσιάζεται συχνά ως μια μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία. Ως άνοιγμα σε μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών. Ως απόδειξη ότι η Ευρώπη παραμένει ισχυρός παίκτης στο παγκόσμιο εμπόριο.
Όμως πίσω από τους αριθμούς και τα δελτία Τύπου κρύβεται ένα απλό, πολιτικό ερώτημα: ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει το κόστος;
Η σταδιακή κατάργηση δασμών και η διευκόλυνση εισαγωγών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική ρύθμιση. Είναι μια επιλογή που επηρεάζει άμεσα τον ευρωπαϊκό –και ιδιαίτερα τον ελληνικό– πρωτογενή τομέα. Έναν τομέα που ήδη πιέζεται από το αυξημένο κόστος ενέργειας, τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης και τη χρόνια εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Στην Ελλάδα, η αγροτική παραγωγή δεν είναι περιθώριο της οικονομίας. Είναι κοινωνικός ιστός. Είναι ορεινές και νησιωτικές περιοχές, είναι σύνορα, είναι τοπικές κοινωνίες που επιβιώνουν χάρη στη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τη μελισσοκομία. Όταν αυτές οι δραστηριότητες υπονομεύονται, δεν πλήττεται μόνο το εισόδημα των παραγωγών· αποδομείται ολόκληρη η περιφέρεια.
Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur ενισχύει έναν ανταγωνισμό που δεν διεξάγεται με ίσους όρους. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί καλούνται να τηρούν αυστηρά περιβαλλοντικά, υγειονομικά και εργασιακά πρότυπα, ενώ τα εισαγόμενα προϊόντα προέρχονται από χώρες με χαμηλότερες απαιτήσεις και κόστος. Αυτό δεν είναι «ελεύθερο εμπόριο». Είναι μεταφορά του κόστους στις πιο αδύναμες πλευρές της αλυσίδας.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι δικλίδες προστασίας που προβλέπονται στη συμφωνία λειτουργούν περισσότερο ως θεωρητικές διαβεβαιώσεις παρά ως πραγματικά εργαλεία άμυνας. Οι μηχανισμοί ενεργοποιούνται αργά και πολιτικά δύσκολα, συνήθως όταν οι επιπτώσεις έχουν ήδη γίνει μη αναστρέψιμες. Δεν αποτρέπουν την κρίση· απλώς τη διαπιστώνουν.
Ας ειπωθεί καθαρά: αυτή η συμφωνία δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα τον μικρό και μεσαίο παραγωγό. Σχεδιάστηκε για τις μεγάλες εξαγωγικές και εισαγωγικές επιχειρήσεις, για τις πολυεθνικές και τις βιομηχανίες που μπορούν να απορροφήσουν κραδασμούς. Ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια» μιας ευρύτερης εμπορικής στρατηγικής.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η συμφωνία θα προχωρήσει. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη –και η Ελλάδα μέσα σε αυτήν– είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί την αποδυνάμωση της παραγωγικής της βάσης στο όνομα μιας μονοδιάστατης αντίληψης ανάπτυξης.
Γιατί χωρίς αγρότες, χωρίς ύπαιθρο και χωρίς πρωτογενή παραγωγή, καμία οικονομία δεν είναι πραγματικά βιώσιμη. Και καμία «ευκαιρία» δεν αξίζει αν αφήνει πίσω της άδεια χωριά και σιωπηλούς χαμένους.

