Η Παραλία Αυλίδας και ειδικά η περιοχή Μόρφα ζουν εδώ και καιρό σε καθεστώς μόνιμης ανασφάλειας, με τους κατοίκους να βλέπουν τις περιουσίες τους να παραβιάζονται και την καθημερινότητά τους να δηλητηριάζεται από τον φόβο.
Διαρρήξεις σε σπίτια, βανδαλισμοί, παραβιάσεις αυτοκινήτων και μια εικόνα εγκατάλειψης συνθέτουν ένα τοπίο που δεν θυμίζει οργανωμένη πολιτεία, αλλά περιοχή όπου η παραβατικότητα βρίσκει χώρο να απλώνεται χωρίς ουσιαστικό φραγμό.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν κάτοικοι της περιοχής, δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε περιστασιακό. Αντίθετα, έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μονιμότητας. Οι καταγγελίες για παραβιάσεις κατοικιών και οχημάτων επανέρχονται συνεχώς, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι βανδαλισμοί φτάνουν μέχρι την καταστροφή ή αφαίρεση βασικών εγκαταστάσεων από σπίτια.
Τους θερινούς μήνες η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο πιεστική. Η αύξηση του πληθυσμού λόγω παραθεριστών ανεβάζει τις ανάγκες επιτήρησης, αλλά οι κάτοικοι περιγράφουν μια περιοχή που εξακολουθεί να αισθάνεται ακάλυπτη. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση εγκατάλειψης είναι που τροφοδοτεί την οργή της τοπικής κοινωνίας.
Για τους ανθρώπους που ζουν εκεί, το θέμα δεν είναι θεωρητικό. Είναι βαθιά πρακτικό και καθημερινό: αν θα βρουν το σπίτι τους παραβιασμένο, αν θα αντικρίσουν ξανά ζημιές στο αυτοκίνητό τους, αν θα μπορέσουν να νιώσουν ότι η γειτονιά τους προστατεύεται στοιχειωδώς.
Οι κάτοικοι ζητούν πλέον κάτι πολύ πιο απλό από μεγάλες υποσχέσεις: σταθερή παρουσία, πρόληψη και ουσιαστική αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας. Γιατί όταν η παραβατικότητα παύει να είναι “είδηση” και γίνεται συνήθεια, τότε το πρόβλημα δεν βαραίνει μόνο τους δράστες. Βαραίνει και όσους αφήνουν μια ολόκληρη περιοχή να συνηθίσει τον φόβο.
Η ασφάλεια στην Αυλίδα δεν μπορεί να παραμένει εποχικό αίτημα ούτε μόνιμη εκκρεμότητα. Όταν οι πολίτες κλειδώνουν τα σπίτια τους αλλά δεν νιώθουν προστατευμένοι, τότε δεν έχει αποτύχει απλώς η καθημερινότητα — έχει εκτεθεί ο ίδιος ο πυρήνας της κρατικής παρουσίας.

