Όταν η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από τις «διεθνείς συγκυρίες», οι αριθμοί αποκαλύπτουν την αλήθεια: στην Ελλάδα το κόστος των καυσίμων δεν είναι απλώς ακριβό — είναι κοινωνικά ασφυκτικό.
Ο εργαζόμενος με διάμεσο μισθό χρειάζεται να θυσιάσει σχεδόν το 19,5% του μηνιαίου εισοδήματός του για 100 λίτρα βενζίνης. Δηλαδή σχεδόν μία εβδομάδα δουλειάς, μόνο και μόνο για να μπορεί να μετακινείται.
Η ελληνική πρωτιά της ντροπής
Η Ελλάδα παραμένει πρωταθλήτρια Ευρώπης από την ανάποδη.
Όχι επειδή έχει τη φθηνότερη βενζίνη.
Όχι επειδή έχει τους καλύτερους μισθούς.
Αλλά επειδή συνδυάζει το χειρότερο δυνατό σενάριο: πανάκριβα καύσιμα για κοινωνία με χαμηλή αγοραστική δύναμη.
Ο Έλληνας εργαζόμενος δεν πληρώνει απλώς βενζίνη.
Πληρώνει την ίδια του τη δυνατότητα να πάει στη δουλειά του, να επιστρέψει σπίτι του, να κινήσει την καθημερινότητά του.
Και αυτό πλέον δεν είναι κόστος μετακίνησης. Είναι οικονομική ασφυξία.
Δεν φταίει μόνο το βαρέλι, φταίει το κράτος-εισπράκτορας
Το αφήγημα περί «διεθνών ανατιμήσεων» είναι βολικό, αλλά μισό.
Γιατί το άλλο μισό γράφει καθαρά: Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ΦΠΑ πάνω στον φόρο.
Δηλαδή ο πολίτης δεν πληρώνει μόνο το προϊόν.
Πληρώνει ένα φορολογικό μοντέλο που έχει στηθεί για να απομυζά σταθερά την κοινωνία, ειδικά εκείνους που δεν έχουν εναλλακτική μετακίνησης.
Σε μια χώρα με ελλιπείς δημόσιες συγκοινωνίες, το αυτοκίνητο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.
Και ακριβώς πάνω σε αυτή την ανάγκη το κράτος χτίζει τα έσοδά του.
Η Ευρώπη δείχνει τη σύγκριση, η Ελλάδα εκθέτει την πολιτική της
Στη Γερμανία και στην Ολλανδία η τιμή της βενζίνης μπορεί να ξεπερνά τα 2 ευρώ το λίτρο.
Κι όμως, εκεί ο εργαζόμενος χρειάζεται μόλις το 6% έως 7% του μισθού του για να αγοράσει τα ίδια 100 λίτρα.
Στην Ελλάδα χρειάζεται 19,5%.
Να λοιπόν η ουσία:
το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσο κάνει η βενζίνη στην αντλία.
Το πρόβλημα είναι πόσο μικρός είναι ο μισθός απέναντί της.
Και όταν οι μισθοί μένουν καθηλωμένοι ενώ οι φόροι στα καύσιμα παραμένουν ληστρικοί, τότε δεν μιλάμε για «κακή διεθνή συγκυρία».
Μιλάμε για συνειδητή πολιτική που συνθλίβει την αγοραστική δύναμη.
Στην Ελλάδα του “όλα πάνε καλά”, ο εργαζόμενος δεν καίει μόνο βενζίνη — καίει τον μισθό του για να επιβιώσει.

