Ο στερνοκλειδομαστοειδής μυς (sternocleidomastoid, SCM) αποτελεί σημαντικό τμήμα του αυχενικού μυοσκελετικού συστήματος και συμμετέχει τόσο στον κινητικό έλεγχο της κεφαλής όσο και στην αυχενική ιδιοδεκτικότητα. Μέσω των ιδιοδεκτικών ερεθισμάτων από τους αυχενικούς μύες, τις αρθρώσεις και τους συνδέσμους, το κεντρικό νευρικό σύστημα λαμβάνει πληροφορίες για τη θέση και την κίνηση της κεφαλής σε σχέση με τον κορμό.
Όταν η φυσιολογική λειτουργία του αυχενικού συστήματος διαταράσσεται — λόγω μυϊκής υπερτονίας, δυσκαμψίας, μηχανικής δυσλειτουργίας ή πόνου — είναι δυνατόν να προκληθεί διαταραχή στην επεξεργασία των ιδιοδεκτικών πληροφοριών. Η διαταραχή αυτή μπορεί, σε ορισμένους ασθενείς, να συμβάλει σε αίσθημα αστάθειας, αποπροσανατολισμού ή μη περιστροφικής ζάλης, στο πλαίσιο αυτού που περιγράφεται ως αυχενικογενής ζάλη.
Η αυχενικογενής ζάλη δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε έναν μόνο μυ, ούτε μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο από την παρουσία αυχενικής τάσης. Πρόκειται για κλινική οντότητα πολυπαραγοντική, η οποία συνδέεται με δυσλειτουργία της αυχενικής αισθητικοκινητικής ολοκλήρωσης και τίθεται μόνο μετά από προσεκτική διαφοροδιάγνωση και αποκλεισμό άλλων αιτιών, όπως αιθουσαίες, νευρολογικές, καρδιαγγειακές ή συστηματικές διαταραχές.
Η θεραπευτική προσέγγιση βασίζεται σε εξατομικευμένη κλινική εκτίμηση και μπορεί να περιλαμβάνει φυσικοθεραπευτική παρέμβαση με στόχο τη βελτίωση της κινητικότητας, τη ρύθμιση του μυϊκού τόνου, την αποκατάσταση του αισθητικοκινητικού ελέγχου και, όπου ενδείκνυται, ασκήσεις ισορροπίας και αυχενικής επανεκπαίδευσης.
Συνεπώς, η παρουσία συμπτωμάτων όπως το αίσθημα «σαν να βρίσκομαι σε βάρκα» δεν θα πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στον αυχένα ή ειδικά στον στερνοκλειδομαστοειδή, αλλά να αξιολογείται στο κατάλληλο κλινικό πλαίσιο από επαγγελματία υγείας.

