Από τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα έως τον Νικηταρά, τη Μαντώ και τον Ανδρούτσο, η νεότερη Ελλάδα έχει μια σκοτεινή ιδρυτική αλήθεια: πολλούς από εκείνους που την ελευθέρωσαν, τους φυλάκισε, τους εξόντωσε, τους ταπείνωσε ή τους πέταξε στην ανέχεια.
Οι ήρωες του ’21 δεν ηττήθηκαν μόνο από τους Οθωμανούς
Η πιο πικρή αλήθεια της ελληνικής ιστορίας δεν είναι ότι οι αγωνιστές του ’21 πολέμησαν μια αυτοκρατορία. Είναι ότι, όταν τέλειωσε ο πόλεμος, βρέθηκαν αντιμέτωποι και με το ίδιο το κράτος που βοήθησαν να γεννηθεί.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτρης Πλαπούτας φυλακίστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δεν έπεσε σε πεδίο μάχης, αλλά στραγγαλίστηκε από ελληνικά χέρια. Ο Νικηταράς, ο Τουρκοφάγος, κατέληξε να ζει στην απόλυτη ένδεια, με άδεια επαιτείας. Η Μαντώ Μαυρογένους, που ξόδεψε περιουσία και ψυχή για τον Αγώνα, πέθανε φτωχή και παραμερισμένη. Η Μπουμπουλίνα σκοτώθηκε όχι από εχθρό της πατρίδας, αλλά από Έλληνα. Ο Καποδίστριας, ο άνθρωπος που επιχείρησε να δώσει κράτος στο χάος, πυροβολήθηκε από Έλληνες.
Κι έτσι διαμορφώθηκε από πολύ νωρίς ένα εθνικό μοτίβο σχεδόν νοσηρό: η Ελλάδα να δοξάζει τους αγωνιστές της στα λόγια, αλλά να τους συντρίβει στην πράξη.
Η Βαυαροκρατία δεν ήρθε να τιμήσει τον Αγώνα, αλλά να τον υποκαταστήσει
Μετά την Απελευθέρωση, αντί να στηθεί ένα κράτος που θα στηριζόταν στους ανθρώπους που σήκωσαν το βάρος της Επανάστασης, επιβλήθηκε ένας μηχανισμός ξενόφερτος, ψυχρός, αυταρχικός και βαθιά καχύποπτος απέναντι στους ίδιους τους αγωνιστές.
Η Βαυαρική αντιβασιλεία δεν είδε στους παλιούς οπλαρχηγούς τα πρόσωπα της εθνικής ανεξαρτησίας. Είδε εμπόδια. Είδε ανεξέλεγκτα στοιχεία. Είδε σώματα που έπρεπε να παραμεριστούν ώστε τη θέση τους να πάρουν οι «ημέτεροι» του νέου καθεστώτος. Έτσι, ο άνθρωπος που πολέμησε, μάτωσε και θυσιάστηκε για την πατρίδα, βρέθηκε στο περιθώριο, ενώ οι κρατικές θέσεις, οι στρατιωτικοί βαθμοί και ο διοικητικός έλεγχος πέρασαν στα χέρια ξένων και αυλικών.
Δεν ήταν απλώς διοικητική μετάβαση. Ήταν πολιτική εκκαθάριση. Ήταν η μετατροπή της ελευθερίας σε επιτήρηση και της εθνικής δικαίωσης σε κρατική αχαριστία.
Το ελληνικό κράτος γεννήθηκε με μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ
Η τραγωδία δεν είναι μόνο ιστορική. Είναι και διαχρονική. Διότι από τότε μέχρι σήμερα επαναλαμβάνεται η ίδια αρρώστια: οι άνθρωποι που σηκώνουν φορτία, που μάχονται, που συγκρούονται, που θυσιάζονται, να θεωρούνται χρήσιμοι μόνο μέχρι να τελειώσει η δουλειά. Μετά αρχίζει η απαξίωση, η απομόνωση, η συκοφαντία, η λήθη.
Η Ελλάδα έχει μάθει να στήνει ανδριάντες εκ των υστέρων, αφού πρώτα έχει εξοντώσει τους ζωντανούς ανθρώπους. Να απονέμει τιμές στους νεκρούς, όταν έχει αρνηθεί δικαιοσύνη στους ζώντες. Να μετατρέπει την ιστορική μνήμη σε σχολική τελετή και την εθνική αυτογνωσία σε ακίνδυνο φολκλόρ.
Γι’ αυτό και κάθε παρέλαση, κάθε επέτειος, κάθε σημαία που ανεμίζει, δεν πρέπει να είναι μόνο αφορμή πανηγυρισμού. Πρέπει να είναι και καθρέφτης. Για να θυμόμαστε όχι μόνο ποιοι μας ελευθέρωσαν, αλλά και πώς τους φερθήκαμε όταν έπαψαν να μας είναι χρήσιμοι.
Το ελληνικό κράτος δεν οικοδομήθηκε μόνο πάνω στις θυσίες των ηρώων του ’21. Οικοδομήθηκε και πάνω στην ταπείνωσή τους. Και αυτό είναι το πιο βαρύ, το πιο ντροπιαστικό, το πιο αληθινό κομμάτι της εθνικής μας ιστορίας. Δεν τους σκότωσε όλους ο εχθρός. Πολλούς τους τελείωσε η ίδια η πατρίδα που αυτοί ελευθέρωσαν.

