Η εικόνα της απόλυτης πειθαρχίας έχει ξεθωριάσει, το κέντρο ελέγχου δείχνει κουρασμένο και η πολιτική σταθερότητα που πουλήθηκε ως δεδομένη αρχίζει να τρίζει επικίνδυνα.
Το Μέγαρο Μαξίμου της πρώτης τετραετίας δεν υπάρχει πια. Εκείνο το σφιχτό, πειθαρχημένο, συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας που έδινε την εντύπωση ότι ελέγχει τα πάντα, σήμερα μοιάζει να έχει χάσει τον βηματισμό του. Η κυβερνητική μηχανή δεν εκπέμπει πια κυριαρχία· εκπέμπει διαχείριση φθοράς.
Πίσω από τις προσεκτικές διατυπώσεις και τα τηλεοπτικά περιτυλίγματα, η ουσία είναι μία: ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κινείται πλέον στο πεδίο της άνεσης, αλλά στο πεδίο των εσωτερικών ισορροπιών, των πολλαπλών μετώπων και της πολιτικής αβεβαιότητας. Και όταν ένα σύστημα εξουσίας παύει να επιβάλλεται και αρχίζει να αμύνεται, τότε η συζήτηση για εκλογές δεν είναι σενάριο — είναι σύμπτωμα.
Το τέλος της παντοδυναμίας
Η πρώτη θητεία του Κυριάκου Μητσοτάκη οικοδομήθηκε πάνω σε ένα βασικό πολιτικό πλεονέκτημα: την εικόνα του πλήρους ελέγχου. Το Μαξίμου λειτουργούσε ως κέντρο αποφάσεων, επιβολής γραμμής και αυστηρής εσωτερικής πειθαρχίας. Σήμερα, αυτή η εικόνα δεν πείθει με την ίδια ένταση.
Όχι επειδή κατέρρευσε θεαματικά. Αλλά επειδή άρχισε να φθείρεται από μέσα. Οι πολλαπλές εκκρεμότητες, οι εσωτερικές τριβές, η κόπωση του κυβερνητικού σχήματος και η δυσκολία να συντηρηθεί το αφήγημα της απόλυτης σταθερότητας, δημιουργούν ένα νέο πολιτικό τοπίο: λιγότερο ελεγχόμενο, περισσότερο εύθραυστο.
Από την κυριαρχία στην άμυνα
Το βασικό πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι μόνο η αντιπολίτευση. Είναι ότι η ίδια δείχνει να μην έχει πια το εσωτερικό απόθεμα ισχύος που είχε στην αρχή. Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται πλέον αναγκασμένος να ισορροπεί ανάμεσα σε πιέσεις, δυσαρέσκειες, ανοικτά ζητήματα και ένα πολιτικό περιβάλλον που δεν υπακούει πια τόσο εύκολα στο κέντρο.
Αυτό είναι το πραγματικό καμπανάκι. Όταν ένα πρωθυπουργικό επιτελείο περνά από την επιβολή στην επιτήρηση, από τον σχεδιασμό στην πυρόσβεση, από τη βεβαιότητα στην επιφυλακή, τότε η πολιτική φθορά παύει να είναι θεωρητική έννοια. Γίνεται καθημερινή πραγματικότητα.
Η ΔΕΘ ως οριακό σημείο
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το σενάριο εκλογών μετά τη ΔΕΘ επιστρέφει στο τραπέζι όχι ως άσκηση σεναριολογίας, αλλά ως πολιτική παραδοχή ότι η κατάσταση δεν θεωρείται απολύτως ελέγξιμη στο βάθος του χρόνου.
Αν δεν υπάρξει άμεση προσφυγή στις κάλπες, τότε το φθινόπωρο μπορεί να εξελιχθεί σε περίοδο επιτάχυνσης πολιτικών εξελίξεων. Γιατί η ΔΕΘ, σε τέτοιες συνθήκες, δεν είναι απλώς ένας ετήσιος σταθμός εξαγγελιών. Είναι το σημείο όπου η κυβέρνηση θα κληθεί να αποδείξει αν ακόμη κυβερνά με όρους πρωτοβουλίας ή απλώς αγοράζει χρόνο.
Το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι ότι ακούγονται σενάρια εκλογών. Το πρόβλημα είναι ότι ακούγονται πλέον πειστικά. Γιατί όταν η εξουσία παύει να αποπνέει έλεγχο και αρχίζει να αποπνέει ανασφάλεια, τότε δεν μιλάμε για μια κυβέρνηση που σχεδιάζει το μέλλον. Μιλάμε για μια κυβέρνηση που φοβάται το επόμενο βήμα.

