415 εκατομμύρια ευρώ πρόστιμο. Και πάλι ο Έλληνας φορολογούμενος καλείται να πληρώσει τα σπασμένα ενός συστήματος που μοίραζε χρήμα, ασυλία και πολιτική προστασία.
Διαβάζεις το πρωτοσέλιδο και νιώθεις το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι.
415 εκατομμύρια ευρώ. Όχι ψιλά. Όχι λογιστική λεπτομέρεια. Όχι ένα ακόμη «διοικητικό λάθος» που θα θαφτεί κάτω από δελτία Τύπου, ασαφείς εξηγήσεις και κυβερνητικές υπεκφυγές. Μιλάμε για σχεδόν μισό δισεκατομμύριο ευρώ, για έναν λογαριασμό που έρχεται από τις Βρυξέλλες και γράφει καθαρά: η Ελλάδα πληρώνει για τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων, για τους ανεπαρκείς ελέγχους, για τις παρατυπίες, για το χάος που κάποιοι άφησαν — ή ανέχθηκαν — να γίνει κανονικότητα.
Και το ερώτημα είναι απλό, ωμό και αδυσώπητο:
Ποιος θα πληρώσει;
Θα πληρώσει ο κάθε «Φραπές»;
Θα πληρώσει ο κάθε «Χασάπης»;
Θα πληρώσει η κάθε κυρία με την Πόρσε, εφόσον αποδειχθεί ότι εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούταν;
Θα πληρώσουν όσοι έστησαν, κάλυψαν, ανέχθηκαν ή εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα;
Ή θα πληρώσει πάλι ο γνωστός ύποπτος;
Ο μισθωτός.
Ο συνταξιούχος.
Ο μικροεπαγγελματίας.
Ο αγρότης που δούλεψε τίμια και τώρα βλέπει να τον βάζουν στο ίδιο τσουβάλι με τους επιτήδειους.
Ο πολίτης που μετράει τα ευρώ στο σούπερ μάρκετ, που πληρώνει ρεύμα, φόρους, ΕΝΦΙΑ, καύσιμα, φάρμακα και ακούει από πάνω ότι «δεν υπάρχουν λεφτά».
Για νοσοκομεία δεν υπάρχουν.
Για σχολεία δεν υπάρχουν.
Για γιατρούς δεν υπάρχουν.
Για δρόμους δεν υπάρχουν.
Για κοινωνική πολιτική δεν υπάρχουν.
Αλλά για να πληρωθούν τα πρόστιμα της ανικανότητας, της αδιαφάνειας και της κομματικής πελατείας, λεφτά θα βρεθούν. Από πού; Από την ίδια πάντα τσέπη: από την τσέπη του Έλληνα φορολογούμενου.
Το πρόστιμο δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι πολιτικό κατηγορητήριο
Ας τελειώνουμε με τα παραμύθια.
Όταν ένα κράτος τρώει τέτοιο χαστούκι από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μιλάμε απλώς για «τεχνικές αστοχίες». Μιλάμε για θεσμική αποτυχία. Για μηχανισμό που δεν έλεγχε όπως όφειλε. Για διοίκηση που δεν προστάτευσε το δημόσιο χρήμα. Για πολιτικό σύστημα που χρόνια τώρα παίζει με τις επιδοτήσεις σαν να είναι προσωπικό ταμείο επιρροής.
Το ακόμη χειρότερο είναι ότι μαζί με τους πραγματικούς ενόχους διασύρεται και ο τίμιος αγροτικός κόσμος. Ο άνθρωπος που παλεύει με την ξηρασία, το κόστος παραγωγής, τις ζωοτροφές, τα καύσιμα και την αγορά, βλέπει τώρα να φορτώνεται στην πλάτη του η ρετσινιά ενός σάπιου μηχανισμού.
Γιατί αυτή είναι η μεγάλη αδικία:
οι πολλοί δουλεύουν, οι λίγοι τρώνε, και στο τέλος όλοι πληρώνουν.
Οι «έξυπνοι» έπαιξαν. Οι πολίτες πληρώνουν
Το έργο το έχουμε ξαναδεί.
Πρώτα στήνεται το πάρτι.
Μετά έρχονται οι αποκαλύψεις.
Ύστερα αρχίζουν οι δηλώσεις περί «κάθαρσης».
Μετά συγκροτούνται επιτροπές.
Μετά όλοι δηλώνουν άγνοια.
Και στο τέλος ο λογαριασμός πηγαίνει στο Δημόσιο Ταμείο.
Δηλαδή σε εμάς.
Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη προσβολή. Να ζητούν από τον πολίτη να κάνει υπομονή. Να του λένε ότι πρέπει να είναι «υπεύθυνος». Να τον φοβίζουν με τα δημοσιονομικά. Να του κουνάνε το δάχτυλο όταν χρωστάει 500 ευρώ στην εφορία, ενώ το ίδιο κράτος δεν κατάφερε να προστατεύσει εκατοντάδες εκατομμύρια.
Ο πολίτης που χάνει ρύθμιση για λίγες μέρες είναι «κακοπληρωτής».
Ο μικρός επαγγελματίας που δεν αντέχει τις εισφορές είναι «φοροφυγάς».
Ο συνταξιούχος που ζητά αξιοπρέπεια είναι «δημοσιονομικό βάρος».
Αλλά όταν το σύστημα παράγει πρόστιμο 415 εκατομμυρίων, τότε ξαφνικά όλοι μιλούν για «διαχρονικές παθογένειες».
Όχι. Δεν είναι αρκετό.
Οι παθογένειες έχουν ονόματα.
Οι ευθύνες έχουν υπογραφές.
Οι αποφάσεις έχουν αρμόδιους.
Οι παραλείψεις έχουν πολιτικούς προϊσταμένους.
Ως εδώ με το «κορόιδο» τον Έλληνα
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι πήραν παράνομα ή αδικαιολόγητα χρήματα, όπου αυτό αποδειχθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι τους άφησαν. Ποιοι δεν έλεγξαν. Ποιοι δεν είδαν. Ποιοι έβλεπαν και σιωπούσαν. Ποιοι χρησιμοποίησαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ όχι ως μηχανισμό στήριξης της παραγωγής, αλλά ως εργαλείο εξυπηρετήσεων, ισορροπιών και πολιτικής συναλλαγής.
Και εδώ δεν αρκούν οι μεγάλες κουβέντες.
Χρειάζονται καταλογισμοί.
Χρειάζονται επιστροφές χρημάτων.
Χρειάζεται δέσμευση περιουσιών όπου υπάρχουν τελεσίδικες ευθύνες.
Χρειάζεται πλήρης διαφάνεια.
Χρειάζεται να μάθει ο πολίτης ποιος πήρε, ποιος υπέγραψε, ποιος ενέκρινε, ποιος κάλυψε.
Γιατί αλλιώς θα συμβεί το γνωστό: θα περάσει λίγος καιρός, θα αλλάξει η επικαιρότητα, θα ξεχαστεί η οργή, και ο λογαριασμός θα ενσωματωθεί αθόρυβα στον κρατικό προϋπολογισμό.
Δηλαδή θα τον πληρώσουμε όλοι εμείς, χωρίς καν να μας ρωτήσει κανείς.
Το πάρτι μπορεί να έγινε σε γραφεία, στάνες-φαντάσματα, δηλώσεις, χάρτες και επιδοτήσεις. Αλλά ο λογαριασμός δεν μπορεί να έρχεται κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι: στο τραπέζι της ελληνικής οικογένειας.
Δεν γίνεται ο πολίτης να πληρώνει την ακρίβεια, την εγκατάλειψη, την υγεία που διαλύεται, την παιδεία που ματώνει, και από πάνω να του φορτώνουν και τα εκατομμύρια ενός μηχανισμού που απέτυχε παταγωδώς.
Το δικό τους πάρτι τελείωσε.
Τον λογαριασμό να τον πληρώσουν όσοι τον δημιούργησαν.
Όχι ξανά ο Έλληνας φορολογούμενος.

