Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, η Κοβέσι, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη θεσμική διαδικασία και την πολιτική πίεση
Η υπόθεση των τριών εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων δεν είναι πλέον μια απλή υπηρεσιακή κρίση. Είναι ένας θεσμικός κόμβος όπου συναντώνται η ελληνική Δικαιοσύνη, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και το πολιτικό άγχος μιας κυβέρνησης που γνωρίζει ότι κάθε κίνηση μπορεί να διαβαστεί με πολλαπλούς τρόπους.
Τη Δευτέρα 11 Μαΐου, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει αν οι Πόπη Παπανδρέου, Χαρίκλεια Θάνου και Διονύσης Μουζάκης θα συνεχίσουν στη θέση των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων ή αν θα ανοίξει ο δρόμος για νέα πρόσωπα. Η συνεδρίαση αφορά τυπικά μια διαδικασία επιλογής. Ουσιαστικά, όμως, αγγίζει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: ποιος έχει τον πρώτο και ποιος τον τελευταίο λόγο όταν η εθνική δικαστική ιεραρχία συναντά τον ευρωπαϊκό εισαγγελικό μηχανισμό.
Η διαδικασία που έγινε πολιτικό γεγονός
Η εισήγηση για τα πρόσωπα αναμένεται από τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, ενώ το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συνεδριάζει με 11μελή σύνθεση: πρόεδρος, εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, επτά αρεοπαγίτες και δύο αντεισαγγελείς του ανώτατου δικαστηρίου. Για τις θέσεις έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συνολικά εννέα εισαγγελείς.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αριθμητικό. Είναι θεσμικό και πολιτικό. Οι τρεις εισαγγελείς δεν υπηρετούν σε οποιαδήποτε θέση. Βρίσκονται στον πυρήνα ερευνών που αφορούν ευρωπαϊκά κονδύλια, οικονομικά εγκλήματα και ευαίσθητες υποθέσεις, με κορυφαία την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική ένταση.
Η «σκιά» της Κοβέσι
Η Λάουρα Κοβέσι έχει καταστήσει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεωρεί κρίσιμη τη συνέχιση της παρουσίας των συγκεκριμένων εισαγγελέων στο ελληνικό γραφείο. Από την ελληνική πλευρά, όμως, υπάρχει ενόχληση για την αίσθηση ότι η ευρωπαϊκή πλευρά προέτρεξε, προαναγγέλλοντας ή θεωρώντας δεδομένη την ανανέωση πριν ολοκληρωθεί η εθνική διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Στη συνάντηση Κοβέσι – Φλωρίδη τον Απρίλιο, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας φέρεται να επανέλαβε ότι η ανανέωση της θητείας των τριών ανήκει στη δική της αρμοδιότητα, ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης υπογράμμισε ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι το αρμόδιο όργανο για την πλήρωση των θέσεων στην Ελλάδα.
Με απλά λόγια: η Αθήνα θέλει να διαφυλάξει την εθνική δικαστική διαδικασία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θέλει να διαφυλάξει τη λειτουργική συνέχεια των ερευνών της. Ανάμεσα στα δύο, δημιουργείται μια ζώνη έντασης που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αλλάζει το βάρος της απόφασης
Αν δεν υπήρχε η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κρίση πιθανότατα θα περνούσε με λιγότερη δημοσιότητα. Όμως η συγκεκριμένη υπόθεση έχει ήδη αποκτήσει βαρύ πολιτικό φορτίο.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χειρίζεται έρευνες που σχετίζονται με ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έχουν αγγίξει και πολιτικά πρόσωπα ή πρώην κυβερνητικά στελέχη. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε απόφαση μη ανανέωσης των τριών εισαγγελέων θα μπορούσε να ερμηνευθεί —δικαίως ή αδίκως— ως προσπάθεια απομάκρυνσης προσώπων που χειρίζονται ευαίσθητες δικογραφίες.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος για την κυβέρνηση: ακόμη κι αν μια απόφαση αλλαγής προσώπων μπορούσε να αιτιολογηθεί θεσμικά, πολιτικά θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποσυνδεθεί από τις έρευνες του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το σενάριο της περιορισμένης παράτασης
Μέσα σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, φαίνεται να εξετάζεται μια ενδιάμεση λύση: όχι απαραίτητα πλήρης πενταετής ανανέωση, αλλά παράταση ή ανανέωση μικρότερης διάρκειας.
Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως θεσμικός συμβιβασμός. Από τη μία, θα επέτρεπε στους εισαγγελείς να συνεχίσουν τις κρίσιμες έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη. Από την άλλη, θα απέφευγε την εικόνα μιας άνευ όρων αποδοχής όλων των χειρισμών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από την ελληνική πλευρά. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ακριβώς αυτό το σενάριο βρίσκεται στο τραπέζι.
Το ζήτημα είναι αν μια τέτοια λύση μπορεί πράγματι να εκτονώσει την ένταση ή αν απλώς θα μεταθέσει τη σύγκρουση για αργότερα.
Τρία κρίσιμα σημεία
1. Δεν είναι απλώς θέμα προσώπων
Η απόφαση αφορά τη σχέση εθνικής Δικαιοσύνης και ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού. Αν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο εμφανιστεί να ακολουθεί απλώς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα υπάρξουν ενστάσεις περί υποβάθμισης της εθνικής διαδικασίας. Αν, όμως, κινηθεί αντίθετα προς την Κοβέσι, θα υπάρξουν ενστάσεις περί παρεμπόδισης ευρωπαϊκών ερευνών.
2. Ο χρόνος είναι πολιτικά βαρύς
Η απόφαση δεν λαμβάνεται σε ουδέτερο περιβάλλον. Λαμβάνεται ενώ η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ έχει μπει βαθιά στο πολιτικό κάδρο. Αυτό κάνει κάθε επιλογή δυνητικά εκρηκτική.
3. Η κυβέρνηση δεν έχει εύκολη έξοδο
Μια μη ανανέωση μπορεί να εμφανιστεί ως ρήξη με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μια πλήρης ανανέωση μπορεί να εμφανιστεί ως θεσμική υποχώρηση. Μια περιορισμένη παράταση μπορεί να είναι ο μόνος πολιτικά διαχειρίσιμος δρόμος, αλλά όχι απαραίτητα ο πιο καθαρός θεσμικά.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η υπόθεση αυτή δείχνει κάτι βαθύτερο: η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε ένα πεδίο όπου οι μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς, κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκού χρήματος και πολιτικής ευθύνης δεν κρίνονται μόνο εντός των εθνικών ορίων.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής. Είναι θεσμός με αρμοδιότητα, δύναμη και πολιτικό βάρος. Όσο οι εθνικές αρχές διαχειρίζονται υποθέσεις με ευρωπαϊκό οικονομικό αποτύπωμα, τόσο οι Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο θα έχουν ρόλο.
Αυτό είναι το νέο θεσμικό τοπίο. Και σε αυτό το τοπίο, οι παλαιές πολιτικές συνήθειες δυσκολεύονται να προσαρμοστούν.
Η απόφαση για τους τρεις Ευρωπαίους εισαγγελείς δεν θα κρίνει μόνο τρεις θητείες. Θα δείξει αν η χώρα μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εθνική δικαστική αυτοτέλεια και την ευρωπαϊκή λογοδοσία χωρίς να μετατρέπει κάθε θεσμική διαδικασία σε πολιτικό μέτωπο.
Γιατί όταν η Δικαιοσύνη αγγίζει την εξουσία, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος αποφασίζει.
Το ερώτημα είναι ποιος αντέχει να ελεγχθεί.

