Έρευνα Καρδούλα καταγράφει βαθιά κρίση εμπιστοσύνης — Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι αριθμοί, αλλά ποιος τους παράγει, ποιος τους πληρώνει και πώς τους χρησιμοποιεί
Υπάρχουν στιγμές που μια έρευνα δεν αποτυπώνει απλώς μια γνώμη. Αποτυπώνει ένα ρήγμα. Και η έρευνα του Νίκου Καρδούλα για την εμπιστοσύνη των πολιτών στις πολιτικές δημοσκοπήσεις δείχνει ακριβώς αυτό: ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας δεν βλέπει πλέον τις δημοσκοπήσεις ως ουδέτερο εργαλείο μέτρησης, αλλά ως μηχανισμό επιρροής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, το 79% των πολιτών δηλώνει ότι εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου τις πολιτικές δημοσκοπήσεις, ενώ το 82,4% θεωρεί ότι οι δημοσκοπήσεις εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα. Ακόμη πιο κρίσιμο: το 52,4% πιστεύει ότι οι πολιτικές δημοσκοπήσεις επηρεάζουν αρκετά την τελική απόφαση των πολιτών.
Αυτό δεν είναι απλή γκρίνια. Είναι πολιτικό σύμπτωμα.
Η κρίση δεν αφορά μόνο τις εταιρείες — αφορά το ίδιο το δημόσιο πεδίο
Οι δημοσκοπήσεις, θεωρητικά, υπάρχουν για να μετρούν τάσεις. Όχι για να τις κατασκευάζουν. Να καταγράφουν διαθέσεις. Όχι να επιβάλλουν ψυχολογία νικητή και ηττημένου. Να ενημερώνουν. Όχι να χειραγωγούν.
Όταν όμως η πλειοψηφία των πολιτών πιστεύει ότι πίσω από τις μετρήσεις υπάρχουν συμφέροντα, τότε το πρόβλημα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται θεσμικό.
Γιατί σε μια δημοκρατία, η κάλπη δεν πρέπει να φτάνει στον πολίτη ήδη «προφορτωμένη» με κλίμα, φόβο, ηττοπάθεια ή τεχνητή βεβαιότητα. Ο πολίτης δεν είναι πελάτης πολιτικής αγοράς. Είναι κυρίαρχος εκλογέας.
Τα προηγούμενα λάθη άφησαν σημάδι
Η δυσπιστία δεν γεννήθηκε στο κενό. Υπάρχουν εκλογικές αναμετρήσεις όπου η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα των δημοσκοπήσεων και στο τελικό αποτέλεσμα έμεινε στη συλλογική μνήμη.
Τον Ιανουάριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε με 36,34% έναντι 27,81% της ΝΔ, δηλαδή με διαφορά περίπου 8,5 μονάδων. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε 35,46% έναντι 28,10% της ΝΔ, δηλαδή διαφορά περίπου 7,4 μονάδων. Στις εκλογές του Μαΐου 2023, η ΝΔ έλαβε 40,79% έναντι 20,07% του ΣΥΡΙΖΑ, με διαφορά περίπου 20,7 μονάδων.
Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, το τελικό αποτέλεσμα ήταν 61,31% υπέρ του “Όχι” και 38,69% υπέρ του “Ναι”, ένα αποτέλεσμα που επίσης ενίσχυσε την αίσθηση ότι η πολιτική δυναμική της κοινωνίας δεν αποτυπωνόταν πάντα σωστά στο δημόσιο κλίμα των προηγούμενων ημερών.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι δημοσκοπήσεις κάνουν λάθη. Κάθε επιστημονικό εργαλείο έχει περιθώρια σφάλματος. Το ζήτημα είναι αν τα λάθη εξηγούνται, αν διορθώνονται, αν υπάρχει διαφάνεια και αν το κοινό μπορεί να εμπιστευθεί τη διαδικασία.
Η μεθοδολογική επιφύλαξη που πρέπει να ειπωθεί
Υπάρχει, βέβαια, και μια αναγκαία παρατήρηση: η συγκεκριμένη έρευνα έγινε μέσω Facebook, με δομημένο ερωτηματολόγιο και χορηγούμενη διαφήμιση. Αυτό σημαίνει ότι καταγράφει μια ισχυρή ένδειξη κοινωνικής στάσης, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως κλασική αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση με όλες τις προδιαγραφές δειγματοληψίας.
Κι εδώ βρίσκεται η ειρωνεία: ακόμη και μια έρευνα για τη δυσπιστία απέναντι στις δημοσκοπήσεις χρειάζεται προσοχή στον τρόπο που παρουσιάζεται.
Όμως η μεθοδολογική επιφύλαξη δεν ακυρώνει το πολιτικό μήνυμα. Αντιθέτως, το κάνει πιο σοβαρό. Διότι όταν τόσοι πολίτες δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται τις μετρήσεις, το ερώτημα δεν είναι μόνο «αν έχουν δίκιο». Είναι γιατί έφτασαν να το πιστεύουν.
Δημοσκοπήσεις χωρίς εμπιστοσύνη είναι θόρυβος, όχι πληροφορία
Η δημοκρατία χρειάζεται δεδομένα. Χρειάζεται έρευνες. Χρειάζεται μετρήσεις κοινής γνώμης. Αλλά χρειάζεται και θεσμική αξιοπιστία.
Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι ερωτήσεις είναι κατευθυνόμενες, όταν θεωρούν ότι οι εταιρείες δεν είναι ανεξάρτητες, όταν νιώθουν ότι οι μετρήσεις γίνονται εργαλείο πίεσης και όχι πληροφόρησης, τότε η ζημιά είναι βαθύτερη από μια λάθος πρόβλεψη.
Γιατί τότε η δημοσκόπηση παύει να είναι καθρέφτης της κοινωνίας και γίνεται μέρος του πολιτικού παιχνιδιού.
Και όταν ο καθρέφτης δεν πείθει πια κανέναν, το πρόβλημα δεν το έχει μόνο ο καθρέφτης.
Το έχει ολόκληρο το σύστημα που επιμένει να τον κρατά μπροστά μας σαν να μη ράγισε ποτέ.


