Όταν η ενεργειακή μετάβαση στραβώνει, ο λογαριασμός βρίσκει πάντα την ίδια πόρτα: το σπίτι του καταναλωτή
Στο τέλος θα το δείτε.
Όπως έγινε τόσες φορές στην Ελλάδα, έτσι και τώρα: όταν ένα σύστημα χτίζεται με υποσχέσεις, δάνεια, εγγυημένες αποδόσεις και πολιτικές αποφάσεις χωρίς επαρκή πρόβλεψη, ο τελευταίος που καλείται να πληρώσει είναι αυτός που δεν αποφάσισε τίποτα. Ο καταναλωτής.
Η υπόθεση των φωτοβολταϊκών με συμβάσεις ΣΕΔΠ, των μηδενικών τιμών, του ΕΛΑΠΕ και του ΕΤΜΕΑΡ δείχνει ακριβώς αυτό: μια ενεργειακή αγορά που παρουσιάστηκε ως υπόδειγμα μετάβασης, σήμερα κινδυνεύει να παράξει νέο λογαριασμό. Και το ερώτημα είναι απλό: ποιος θα τον πληρώσει;
Στις 13 Μαΐου 2026, η αρμόδια Διεύθυνση του ΥΠΕΝ εξέδωσε απάντηση για την ερώτηση του βουλευτή Βασίλη Γιόγιακα σχετικά με τις απώλειες εσόδων φωτοβολταϊκών σταθμών με ΣΕΔΠ, ενώ ο υφυπουργός Νικόλαος Τσάφος διαβίβασε τα σχετικά έγγραφα στη Βουλή. Το ζήτημα ήταν καθαρό: τι γίνεται όταν η τιμή αγοράς πέφτει στο μηδέν και οι παραγωγοί χάνουν έσοδα τόσο από την αγορά όσο και από τη λειτουργική ενίσχυση.
Η απάντηση, όμως, ανοίγει μεγαλύτερο θέμα. Διότι η ίδια η ευρωπαϊκή διάταξη που επικαλείται η διοίκηση δεν επιβάλλει γενική μη αποζημίωση στις μηδενικές τιμές. Αναφέρεται στις αρνητικές τιμές. Άλλο μηδέν, άλλο κάτω από το μηδέν. Και όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να μεταχειριστεί το μηδέν σαν να είναι αρνητική τιμή, αυτό δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική επιλογή.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Ο ΕΛΑΠΕ, δηλαδή ο Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ, δεν είναι αφηρημένη λογιστική κατασκευή. Είναι ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο πληρώνονται οι ενισχύσεις των ΑΠΕ. Το ΕΤΜΕΑΡ είναι μία από τις βασικές πηγές εσόδων του. Ήδη από τα τέλη του 2025 είχε καταγραφεί συζήτηση για την ανάγκη στήριξης του ΕΛΑΠΕ, με αναφορά σε έλλειμμα περί τα 260 εκατ. ευρώ και σενάρια ενίσχυσης των εισροών του λογαριασμού.
Άρα το κρίσιμο ερώτημα είναι αμείλικτο: αν ο ΕΛΑΠΕ δεν βγαίνει, αν οι παραγωγοί πιέζονται, αν τα δάνεια αρχίζουν να δυσκολεύονται, αν οι τράπεζες βλέπουν κίνδυνο νέων «ενεργειακών» κόκκινων δανείων, ποιος θα βάλει πλάτη;
Η αγορά ήδη συζητά πίεση στις ταμειακές ροές, δυσκολία εξυπηρέτησης δανείων και επαναδιαπραγματεύσεις χρηματοδοτήσεων για φωτοβολταϊκά έργα. Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τους μη καθετοποιημένους παίκτες, που δεν έχουν προμήθεια ή trading για να απορροφήσουν τους κραδασμούς.
Και τότε, ως συνήθως, εμφανίζεται η γνωστή ελληνική λύση: όχι να πληρώσει αυτός που σχεδίασε λάθος, όχι να αναλάβει κόστος αυτός που επένδυσε με ρίσκο, όχι να πιεστεί το τραπεζικό σύστημα που χρηματοδότησε τα projects. Αλλά να ψάξουμε έναν «ουδέτερο» τρόπο να μπει το χέρι στην τσέπη όλων.
Και το όνομα αυτού; ΕΤΜΕΑΡ.
Δηλαδή ο λογαριασμός ρεύματος.
Με άλλα λόγια, ο μισθωτός, ο επαγγελματίας, ο συνταξιούχος, το μικρό μαγαζί, η οικογένεια που ήδη πληρώνει πανάκριβο ρεύμα, μπορεί αύριο να κληθεί να στηρίξει έναν μηχανισμό που στήθηκε στο όνομα της πράσινης μετάβασης, αλλά τώρα δείχνει τα όριά του.
Κανείς δεν λέει ότι οι μικρομεσαίοι παραγωγοί φωτοβολταϊκών πρέπει να καταρρεύσουν. Κανείς σοβαρός δεν θέλει μια αγορά ΑΠΕ γεμάτη λουκέτα, δικαστήρια και κόκκινα δάνεια. Αλλά άλλο αυτό, και άλλο να βαφτίζεται κάθε αποτυχία σχεδιασμού «ανάγκη του συστήματος» και κάθε ανάγκη του συστήματος να καταλήγει σε χρέωση στον πολίτη.
Ο Νίκος Τσάφος έχει ήδη πει στη Βουλή ότι η αποζημίωση των παραγωγών για περικοπές και μηδενικές τιμές θα μπορούσε να αναιρέσει το πλεονέκτημα των χαμηλών τιμών χονδρικής για τον καταναλωτή. Σωστά τίθεται το ζήτημα του καταναλωτή. Αλλά τότε πρέπει να ειπωθεί καθαρά: αν δεν πληρώσει ο καταναλωτής μέσω της χονδρικής, μήπως θα πληρώσει τελικά μέσω χρεώσεων, ταμείων, εισφορών ή ΕΤΜΕΑΡ;
Διότι αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ερώτημα.
Όχι αν υπάρχει πρόβλημα. Υπάρχει.
Όχι αν οι μηδενικές τιμές πιέζουν τους παραγωγούς. Τους πιέζουν.
Όχι αν ο ΕΛΑΠΕ χρειάζεται ισορροπία. Χρειάζεται.
Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει την ισορροπία.
Και εδώ πρέπει να σταματήσει το παραμύθι. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι ιδιωτικό κέρδος όταν όλα πηγαίνουν καλά και κοινωνικοποιημένη ζημιά όταν όλα στραβώνουν. Δεν μπορεί ο πολίτης να πληρώνει ακριβά την ενέργεια, να επιδοτεί έμμεσα την αγορά, να σηκώνει τα ρίσκα και στο τέλος να του λένε ότι πρέπει να πληρώσει και τη διάσωση του μηχανισμού.
Γιατί αυτό δεν είναι ενεργειακή πολιτική.
Είναι μετακύλιση ευθύνης.
Και αν αύριο δούμε αύξηση, αναπροσαρμογή ή έμμεση ενίσχυση μέσω μηχανισμών που θα καταλήξουν στον λογαριασμό ρεύματος, κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν το είδε να έρχεται.
Το έργο το έχουμε ξαναδεί.
Τα κέρδη μπροστά.
Τα ρίσκα πίσω.
Και ο πολίτης στο τέλος, πάντα, στο ταμείο.

