Όταν η προσπάθεια μειώνεται, ο μέσος όρος πέφτει. Αυτό δεν ισχύει μόνο στο σχολείο, στην εργασία ή στην οικονομία. Ισχύει για ολόκληρη την κοινωνία.
Μια κοινωνία δεν ανεβαίνει επειδή υπάρχουν μερικοί άριστοι. Ανεβαίνει όταν ο μέσος πολίτης έχει λόγο να προσπαθήσει περισσότερο, να μορφωθεί καλύτερα, να εργαστεί με αξιοπρέπεια, να δημιουργήσει, να προκόψει. Όταν όμως το κίνητρο χάνεται, όταν η προσπάθεια δεν ανταμείβεται και όταν η μετριότητα μοιάζει πιο ασφαλής από την αριστεία, τότε αρχίζει η καθοδική πορεία.
Οι βαθμοί από μόνοι τους δεν αρκούν. Τα χρήματα από μόνα τους δεν αρκούν. Ακόμη και οι ευκαιρίες δεν αρκούν, αν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι το σύστημα είναι κλειστό, άδικο ή προαποφασισμένο. Όταν βλέπει ότι ο κόπος δεν οδηγεί απαραίτητα σε πρόοδο, αλλά συχνά σε εξάντληση, απογοήτευση και ανασφάλεια, τότε σταματά να δίνει τον καλύτερό του εαυτό.
Και εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Ο μαθητής διαβάζει λιγότερο. Ο εργαζόμενος ενδιαφέρεται λιγότερο. Ο επαγγελματίας ρισκάρει λιγότερο. Ο πολίτης συμμετέχει λιγότερο. Η κοινωνία συνηθίζει σε χαμηλότερες απαιτήσεις. Το «δεν βαριέσαι» γίνεται νοοτροπία. Το «έτσι είναι τα πράγματα» γίνεται δικαιολογία. Το «δεν αλλάζει τίποτα» γίνεται συλλογική παραίτηση.
Όμως μια κοινωνία που παραιτείται από την προσπάθεια, παραιτείται τελικά από το μέλλον της.
Το ζητούμενο δεν είναι να πιέζονται οι άνθρωποι περισσότερο μέσα σε ένα άδικο περιβάλλον. Το ζητούμενο είναι να ξαναβρούν λόγο να προσπαθήσουν. Να ξέρουν ότι η γνώση έχει αξία. Ότι η εργασία έχει προοπτική. Ότι η εντιμότητα δεν είναι αδυναμία. Ότι η αξιοκρατία δεν είναι σύνθημα, αλλά καθημερινή πρακτική.
Γιατί χωρίς κίνητρο, κανένα σύστημα δεν αντέχει. Και χωρίς προσπάθεια, κανένας μέσος όρος δεν ανεβαίνει.
Η κοινωνία δεν πέφτει απότομα. Κατεβαίνει σιγά σιγά, κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει: «Δεν έχει νόημα να προσπαθήσω». Εκεί πρέπει να δοθεί η πραγματική μάχη. Όχι μόνο στους αριθμούς, αλλά στην ψυχή μιας κοινωνίας που χρειάζεται ξανά λόγο για να σηκώσει το κεφάλι.

