Ο πρωθυπουργός μιλά για Συνταγματική Αναθεώρηση, μη κρατικά πανεπιστήμια, αξιολόγηση στο Δημόσιο, ΕΣΥ και Πολιτική Προστασία – Το ερώτημα όμως είναι αν η «Ελλάδα του 2030» χτίζεται για τους πολλούς ή παρουσιάζεται ως αφήγημα διαφυγής από τα σημερινά προβλήματα
Στον εβδομαδιαίο απολογισμό του κυβερνητικού έργου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να παρουσιάσει ένα συνολικό αφήγημα για την «Ελλάδα του 2030», συνδέοντας τη Συνταγματική Αναθεώρηση, την οικονομία, το ΕΣΥ, το Δημόσιο, την Πολιτική Προστασία και την τεχνητή νοημοσύνη με μια εικόνα χώρας που, όπως υποστηρίζει, αφήνει πίσω της παθογένειες δεκαετιών.
Μόνο που εδώ αρχίζει το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: όταν μια κυβέρνηση μιλά διαρκώς για το 2030, μήπως προσπαθεί να απομακρύνει τη συζήτηση από το 2026;
Γιατί σήμερα ο πολίτης δεν ζει σε PowerPoint μεταρρυθμίσεων. Ζει με την ακρίβεια στο ράφι, με το ενοίκιο να καταπίνει τον μισθό, με το ΕΣΥ να δοκιμάζεται καθημερινά, με τη δημόσια διοίκηση να παραμένει συχνά δυσκίνητη και με την ανασφάλεια απέναντι σε φυσικές καταστροφές να μην έχει εξαφανιστεί επειδή αγοράστηκαν οχήματα ή ανακοινώθηκαν προγράμματα.
Ο πρωθυπουργός μιλά για «τολμηρές αλλά αναγκαίες αλλαγές» στη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, την αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών, την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, τη σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση, την προσιτή στέγη ως υποχρέωση της Πολιτείας και συνταγματικές προβλέψεις για την κλιματική κρίση και την τεχνητή νοημοσύνη.
Ακούγονται όλα αυτά εντυπωσιακά. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται από το λεξιλόγιο των ανακοινώσεων. Κρίνεται από το αποτέλεσμα στην καθημερινότητα.
Και η καθημερινότητα λέει ότι η προσιτή στέγη έχει ήδη γίνει άπιαστο όνειρο για χιλιάδες οικογένειες. Η αξιολόγηση στο Δημόσιο ακούγεται θετική, αλλά το ερώτημα είναι ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια και αν τελικά θα χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο βελτίωσης ή ως μηχανισμός πειθαρχίας. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν κατοχυρώνεται μόνο με συνταγματικές φράσεις, αλλά με θεσμικές πράξεις που πείθουν την κοινωνία ότι δεν υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Το άρθρο περί ευθύνης υπουργών είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επί χρόνια η κοινωνία ακούει ότι θα αλλάξει. Επί χρόνια ακούει ότι θα μπει τέλος στην ατιμωρησία. Όμως κάθε φορά που ξεσπά μια μεγάλη υπόθεση, η κοινή γνώμη βλέπει καθυστερήσεις, θεσμικά εμπόδια, πολιτικές υπεκφυγές και εξεταστικές που συχνά μοιάζουν περισσότερο με μηχανισμούς συμψηφισμού παρά με πραγματική αναζήτηση ευθυνών.
Στην οικονομία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να βγάλει την Ελλάδα από τη λίστα των κρατών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, παρουσιάζοντάς την ως κλείσιμο ενός κύκλου που άνοιξε με την κρίση χρέους.
Ασφαλώς η δημοσιονομική σταθερότητα είναι σημαντική. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να την υποτιμήσει. Αλλά η σταθερότητα των αριθμών δεν αρκεί όταν δεν μετατρέπεται σε σταθερότητα ζωής για τον πολίτη.
Τι να την κάνει ο εργαζόμενος τη μακροοικονομική «κανονικότητα», όταν ο μισθός του τελειώνει στα μέσα του μήνα; Τι να την κάνει ο μικρομεσαίος τη δημοσιονομική εικόνα, όταν πνίγεται από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ενέργεια και λειτουργικά κόστη; Τι να την κάνει ο νέος την «Ελλάδα του 2030», όταν το 2026 σκέφτεται αν μπορεί να φύγει από το πατρικό του;
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στο ΕΣΥ, μιλώντας για ανακαινισμένα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, νέες κλινικές και δομές για άνοια και αυτισμό. Αυτά είναι θετικά όπου γίνονται. Κανείς δεν μηδενίζει έργα που προσφέρουν πραγματικές υπηρεσίες στους πολίτες.
Όμως άλλο οι εγκαταστάσεις και άλλο το σύστημα. Το ΕΣΥ δεν είναι μόνο κτίρια, εγκαίνια και φωτογραφίες. Είναι γιατροί, νοσηλευτές, βάρδιες, εφημερίες, αναμονές, αξιοπρέπεια ασθενών και αντοχές προσωπικού. Και εκεί η πραγματικότητα παραμένει σκληρή.
Η κυβέρνηση συχνά παρουσιάζει την ανακαίνιση ως μεταρρύθμιση. Όμως ένα νοσοκομείο δεν σώζεται μόνο με βαψίματα και κορδέλες. Σώζεται με προσωπικό, χρηματοδότηση, οργάνωση και σεβασμό στους ανθρώπους που το κρατούν όρθιο.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η αύξηση του ακατάσχετου ορίου από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ παρουσιάζεται ως μέτρο προστασίας. Είναι προφανώς μια ανάσα για όσους βρίσκονται σε πίεση. Αλλά δεν παύει να είναι και ομολογία ότι χιλιάδες πολίτες ζουν υπό καθεστώς οικονομικής ασφυξίας.
Όταν χρειάζεται να αυξηθεί το ακατάσχετο για να μπορούν οι άνθρωποι να καλύπτουν βασικές ανάγκες, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι κοινωνικό. Είναι πολιτικό. Είναι πρόβλημα επιβίωσης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε επίσης στην επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, στην πλατφόρμα παρακολούθησης αιτήσεων στο Δημόσιο, στις «Νταντάδες της Γειτονιάς», στον Προσωπικό Βοηθό, στην εθελοντική στράτευση γυναικών και στην ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας μέσω του προγράμματος «ΑΙΓΙΣ».
Το κυβερνητικό αφήγημα είναι σαφές: η χώρα κινείται, αλλάζει, ψηφιοποιείται, εκσυγχρονίζεται.
Το αντίθετο αφήγημα της κοινωνίας, όμως, είναι εξίσου σαφές: η χώρα μπορεί να αλλάζει στα χαρτιά, αλλά ο πολίτης ζητά να αλλάξει η ζωή του.
Δεν αρκεί να εμφανίζεται το κράτος πιο «έξυπνο» ψηφιακά, αν παραμένει αργό, άδικο ή απρόσωπο στην πράξη. Δεν αρκεί να μιλάμε για Πολιτική Προστασία, αν κάθε καλοκαίρι οι πολίτες φοβούνται μήπως ξαναδούν περιουσίες και δάση να καίγονται. Δεν αρκεί να μιλάμε για τεχνητή νοημοσύνη, όταν η απλή ανθρώπινη λογική λέει ότι πρώτα πρέπει να λυθούν τα βασικά.
Η «Ελλάδα του 2030» μπορεί να είναι ένα χρήσιμο όραμα. Όμως δεν πρέπει να γίνει επικοινωνιακό καταφύγιο. Δεν μπορεί να λειτουργεί ως πολιτική βιτρίνα πίσω από την οποία κρύβονται οι σημερινές δυσκολίες.
Γιατί οι πολίτες δεν ζητούν μόνο όραμα δεκαετίας. Ζητούν απαντήσεις τώρα.
Ζητούν μισθούς που να φτάνουν. Ζητούν δημόσια υγεία που να αντέχει. Ζητούν δικαιοσύνη που να πείθει. Ζητούν κράτος που να προστατεύει και όχι απλώς να ανακοινώνει. Ζητούν πολιτική ευθύνη χωρίς παραθυράκια.
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να παρουσιάζει το σχέδιό της. Η κοινωνία, όμως, έχει ακόμη μεγαλύτερο δικαίωμα να ρωτά:
Η Ελλάδα του 2030 θα είναι χώρα για όλους ή χώρα για λίγους;
Και κυρίως:
Μέχρι να φτάσουμε στο 2030, ποιος θα αντέξει το 2026;

