Μια υπόθεση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως “ακόμη ένα περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας”. Είναι κραυγή για κοινωνική, αστυνομική και θεσμική εγρήγορση.
Η υπόθεση στον Ωρωπό προκαλεί αποτροπιασμό. Ένας 32χρονος συνελήφθη, κατηγορούμενος για συστηματική κακοποίηση της 31χρονης συζύγου του, για βιασμό, ενδοοικογενειακή βία και δημοσιοποίηση βίντεο με πράξεις κακοποίησης στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η καταγγελία έγινε από την ίδια τη γυναίκα, ενώ αναφέρεται ότι στο σώμα της υπήρχαν σημάδια από προηγούμενη κακοποίηση.
Το πιο σκοτεινό στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι μόνο η βία. Είναι η επίδειξη της βίας. Είναι η λογική του θύτη που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν αρκέστηκε να κακοποιήσει τη γυναίκα του, αλλά φέρεται να βιντεοσκόπησε τον εξευτελισμό της και να τον ανέβασε στο διαδίκτυο με λόγια χλεύης. Εκεί η πράξη παύει να είναι μόνο έγκλημα μέσα σε τέσσερις τοίχους. Γίνεται δημόσια διαπόμπευση. Γίνεται ψηφιακό λιντσάρισμα του θύματος.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που παγώνει το αίμα: σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, περιστατικό κακοποίησης φέρεται να έγινε μπροστά στο οκτάχρονο παιδί του ζευγαριού. Ένα παιδί που δεν ήταν απλώς “παρόν”. Ήταν μάρτυρας ενός οικογενειακού εφιάλτη. Και, όπως αναφέρεται, ήταν εκείνο που είπε στις Αρχές ότι ο πατέρας του πέταξε το κινητό στη θάλασσα.
Αυτή η υπόθεση μάς υποχρεώνει να μιλήσουμε καθαρά. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι “καβγάς ζευγαριού”. Δεν είναι “ιδιωτική υπόθεση”. Δεν είναι “τα προσωπικά τους”. Είναι έγκλημα. Και όταν υπάρχουν παιδιά, είναι διπλό τραύμα: για τη γυναίκα που υφίσταται την κακοποίηση και για το παιδί που μεγαλώνει μέσα στον τρόμο, μαθαίνοντας ότι το σπίτι μπορεί να γίνει φυλακή.
Η κοινωνία πρέπει να σταματήσει να ρωτά γιατί το θύμα δεν έφυγε νωρίτερα. Να αρχίσει να ρωτά γιατί ο θύτης ένιωθε τόσο ασφαλής ώστε να συνεχίζει. Γιατί μια γυναίκα μπορεί να φτάσει πολλές φορές στην Αστυνομία και πάλι να γυρίσει πίσω στον κύκλο του φόβου. Γιατί η προστασία δεν ενεργοποιείται πάντα πριν φτάσουμε στο σημείο μηδέν.
Κανένα βίντεο τέτοιας πράξης δεν πρέπει να αναζητείται, να διακινείται ή να αναπαράγεται. Όποιος το βλέπει σαν “περιέργεια”, συμμετέχει στη δεύτερη κακοποίηση του θύματος. Η αξιοπρέπεια μιας γυναίκας δεν είναι περιεχόμενο για social media. Δεν είναι θέαμα. Δεν είναι υλικό για κοινοποιήσεις.
Η Δικαιοσύνη έχει τώρα τον λόγο και ο κατηγορούμενος έχει, όπως κάθε πολίτης, το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι την τελεσίδικη κρίση. Όμως η κοινωνία δεν χρειάζεται να περιμένει καμία απόφαση για να καταλάβει το αυτονόητο: καμία γυναίκα δεν πρέπει να ζει υπό καθεστώς φόβου, εξευτελισμού και βίας.
Το σπίτι δεν μπορεί να είναι τόπος βασανισμού. Ο γάμος δεν δίνει δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω σε κανέναν άνθρωπο. Και η σιωπή γύρω από την κακοποίηση δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.

