Η ανατίναξη των παροπλισμένων λιγνιτικών εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής παρουσιάστηκε από τη ΔΕΗ ως μια αναγκαία τεχνική διαδικασία. Τα μηχανήματα, σύμφωνα με την επίσημη λογική, είχαν τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας, δεν μπορούσαν πλέον να αξιοποιηθούν και η καταστροφή τους εντασσόταν στον συνολικό σχεδιασμό της απολιγνιτοποίησης.
Αυτή είναι η τεχνική εκδοχή.
Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική.
Η εικόνα των γιγαντιαίων εκσκαφέων να καταρρέουν μέσα σε σύννεφα σκόνης δεν συμβόλισε απλώς το τέλος μιας παραγωγικής διαδικασίας. Ανέδειξε τέσσερα σοβαρά χαρακτηριστικά: ένα προκλητικό θέαμα, μια τουλάχιστον αμφιλεγόμενη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, ένα μήνυμα πολιτικού αυταρχισμού και μια βαθιά διχαστική επιλογή.
Προκλητικό θέαμα αντί για αξιοπρεπή αποχαιρετισμό
Η ανατίναξη παρουσιάστηκε ως ουδέτερη τεχνική πράξη. Στην πραγματικότητα μετατράπηκε σε δημόσιο θέαμα.
Για χιλιάδες εργαζομένους και οικογένειες της Δυτικής Μακεδονίας, οι εκσκαφείς αυτοί δεν ήταν απλώς παλιοσίδερα. Ήταν ο χώρος εργασίας τους, το καθημερινό τους μεροκάματο, η ζωή τους και η ιστορία ολόκληρων πόλεων και χωριών.
Ήταν τα μηχανήματα που, επί δεκαετίες, στήριξαν την ηλεκτροδότηση και την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας. Πάνω τους εργάστηκαν γενιές ανθρώπων, πολλές φορές κάτω από εξαιρετικά δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες.
Το να μετατρέπεται η καταστροφή τους σε εντυπωσιακό οπτικό γεγονός δεν είναι εκσυγχρονισμός. Είναι προσβολή απέναντι στους ανθρώπους που συνέδεσαν τη ζωή και την υγεία τους με τη λιγνιτική παραγωγή.
Καταστροφή αντί για αξιοποίηση
Οι εκσκαφείς αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία μιας επιχείρησης που οικοδομήθηκε για δεκαετίες με τη συμβολή και τις θυσίες του ελληνικού λαού.
Το ερώτημα είναι απλό:
Εξαντλήθηκε πραγματικά κάθε δυνατότητα εναλλακτικής αξιοποίησής τους;
Θα μπορούσαν τμήματά τους να διασωθούν, να ανακυκλωθούν οργανωμένα, να χρησιμοποιηθούν ως ανταλλακτικά ή να ενταχθούν σε ένα βιομηχανικό πάρκο και μουσείο λιγνιτικής ιστορίας;
Υπήρξε δημόσια τεχνική και οικονομική τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι η ανατίναξη ήταν η μοναδική και οικονομικά συμφερότερη λύση;
Όταν καταστρέφεται περιουσία τέτοιας κλίμακας, η διοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη φράση «δεν ήταν πλέον αξιοποιήσιμη». Οφείλει να παρουσιάζει αναλυτικά στοιχεία, εκτιμήσεις, εναλλακτικά σενάρια και το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα της επιλογής της.
Διαφορετικά, η ανατίναξη δεν μοιάζει με ορθολογική διαχείριση. Μοιάζει με βιαστική διαγραφή ενός ολόκληρου κεφαλαίου.
Το μήνυμα του «τελειώσαμε και δεν σας ρωτάμε»
Η πράξη είχε και έναν έντονο πολιτικό συμβολισμό.
Το μήνυμα ήταν σαφές: η εποχή του λιγνίτη τελείωσε οριστικά και οποιαδήποτε συζήτηση για το πώς, το πότε και με ποιες συνέπειες θεωρείται πλέον περιττή.
Δεν προηγήθηκε ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος με τις τοπικές κοινωνίες. Δεν υπήρξε ένας αξιοπρεπής συμβολικός αποχαιρετισμός. Δεν παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που να πείθει ότι, μαζί με τους εκσκαφείς, δεν κατεδαφίζεται και το μέλλον της περιοχής.
Υπήρξε μόνο η εικόνα της έκρηξης.
Μια εικόνα που μεταφέρει τη λογική του «έτσι αποφασίσαμε, έτσι θα γίνει».
Η απολιγνιτοποίηση, όμως, δεν μπορεί να επιβάλλεται ως στρατιωτική επιχείρηση. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις τοπικές κοινωνίες σαν ενοχλητικό κατάλοιπο μιας εποχής που η κεντρική εξουσία θέλει να εξαφανίσει.
Οι περιοχές που πλήρωσαν το τίμημα δεν άξιζαν τέτοια αντιμετώπιση
Η Δυτική Μακεδονία σήκωσε για δεκαετίες το βάρος της ενεργειακής ανάπτυξης της χώρας.
Υπέστη περιβαλλοντική επιβάρυνση, μετεγκαταστάσεις οικισμών, απαλλοτριώσεις, υποβάθμιση της γης και σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των κατοίκων της.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ζητούν να μείνει η χώρα για πάντα εξαρτημένη από τον λιγνίτη. Ζητούν, όμως, δικαιοσύνη, σεβασμό και ένα πραγματικό σχέδιο μετάβασης.
Αντί γι’ αυτό, παρακολούθησαν τα σύμβολα της παραγωγικής τους ιστορίας να ανατινάζονται, ενώ η περιβόητη «δίκαιη μετάβαση» εξακολουθεί για πολλούς να είναι περισσότερο κυβερνητικό σύνθημα παρά καθημερινή πραγματικότητα.
Επίδειξη διχαστικής ξεροκεφαλιάς
Το κρισιμότερο στοιχείο είναι ότι η συγκεκριμένη επιλογή δεν ένωσε την κοινωνία γύρω από ένα νέο ενεργειακό όραμα.
Τη δίχασε.
Άλλοι είδαν μια αναγκαία τεχνική διαδικασία. Πολλοί, όμως, είδαν μια πράξη αλαζονείας, μια υποτίμηση της νοημοσύνης τους και μια απόπειρα διαγραφής της ιστορικής μνήμης.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν χρειάζεται εκρήξεις εντυπωσιασμού. Χρειάζεται σχέδιο, επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και σεβασμό στις κοινωνίες που πλήρωσαν το κόστος της προηγούμενης εποχής.
Η ΔΕΗ δεν ανατίναξε απλώς παροπλισμένα μηχανήματα.
Ανατίναξε ένα σύμβολο της βιομηχανικής ιστορίας της χώρας, χωρίς να έχει πείσει ότι στη θέση του υπάρχει ήδη κάτι καλύτερο.
Και όταν κατεδαφίζεις τόσο θεαματικά το παρελθόν χωρίς να έχεις εξασφαλίσει το μέλλον, αυτό δεν λέγεται πρόοδος.
Λέγεται πολιτική αλαζονεία.

