Ο Ταλ Ντίλιαν επανέρχεται με ισχυρισμούς για συνεργασία με κρατικές υπηρεσίες, η κυβέρνηση διαψεύδει και οι Καραμανλής–Σαμαράς ζητούν απαντήσεις – Η αποκαλυπτική φράση Καιρίδη για την «εκκρεμοδικία» πριν από τις εκλογές
Η υπόθεση των υποκλοπών και του παράνομου λογισμικού Predator επιστρέφει στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όχι επειδή η αντιπολίτευση ανασύρει απλώς ένα παλιό σκάνδαλο, αλλά επειδή νέα δημόσια λεγόμενα, δικαστικές εξελίξεις και παρεμβάσεις ακόμη και πρώην πρωθυπουργών της συντηρητικής παράταξης κρατούν ανοιχτά τα κρίσιμα ερωτήματα.
Στην εκπομπή «Μεγάλη Εικόνα» του MEGA News, με τη Νίκη Λυμπεράκη, παρουσιάστηκε εκ νέου το παζλ της υπόθεσης: οι ισχυρισμοί του ιδρυτή της Intellexa Ταλ Ντίλιαν, η κυβερνητική διάψευση, οι παρεμβάσεις των Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή και, κυρίως, η άρνηση να προχωρήσει σε βάθος η κοινοβουλευτική διερεύνηση.
Τι ισχυρίζεται ο Ντίλιαν
Ο Ταλ Ντίλιαν έχει δηλώσει ότι οι εταιρείες του παρέχουν τέτοιου είδους τεχνολογία αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου. Αργότερα, η πλευρά του φέρεται να επικαλέστηκε ακόμη και την ύπαρξη γραπτού συμφωνητικού και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με στελέχη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από το 2020. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι απαιτούν αποδεικτικό έλεγχο και δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως αποδεδειγμένα γεγονότα.
Ο Ντίλιαν και άλλα τρία πρόσωπα που συνδέονται με τις εμπλεκόμενες εταιρείες καταδικάστηκαν πρωτοδίκως για αδικήματα σχετικά με την παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακά συστήματα, την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών και την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η απόφαση υπόκειται σε έφεση και επομένως δεν είναι τελεσίδικη.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να εξεταστούν όσα ισχυρίζεται. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι εάν κάποιος θεωρεί τον Ντίλιαν αξιόπιστο. Είναι εάν ένα πρόσωπο που βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης πρέπει να κληθεί θεσμικά, να καταθέσει τα έγγραφα που επικαλείται και να ελεγχθεί για την ακρίβεια των λεγομένων του.
Η κυβέρνηση διαψεύδει – αλλά οι ερωτήσεις παραμένουν
Η κυβερνητική θέση παραμένει ότι δεν υπήρξε αγορά ή λειτουργία του Predator από την κυβέρνηση και ότι δεν αποδείχθηκε κοινό κέντρο μεταξύ κρατικών υπηρεσιών και του παράνομου λογισμικού. Παράλληλα, κυβερνητικά στελέχη καλούν όποιον διαθέτει νέα στοιχεία να τα προσκομίσει στη Δικαιοσύνη.
Η επίκληση, όμως, της Δικαιοσύνης δεν αρκεί από μόνη της για να υποκαταστήσει την πολιτική και κοινοβουλευτική λογοδοσία. Άλλο η αναζήτηση ποινικών ευθυνών και άλλο η υποχρέωση της Βουλής να ελέγξει πώς λειτούργησαν οι κρατικές υπηρεσίες, ποιος έδωσε εντολές, ποιοι γνώριζαν και γιατί πολιτικοί, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και κυβερνητικά στελέχη βρέθηκαν στο στόχαστρο.
Κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν ζητήσει να κληθούν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ο Ταλ Ντίλιαν, ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο πρώην διοικητής της ΕΥΠ Παναγιώτης Κοντολέων και άλλα πρόσωπα που θεωρούνται κρίσιμα για τη διερεύνηση.
Σαμαράς και Καραμανλής απέναντι στο Μαξίμου
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έχουν οι παρεμβάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών.
Ο Αντώνης Σαμαράς έθεσε δημοσίως το ερώτημα εάν, μετά την πρωτόδικη δικαστική απόφαση και τους ισχυρισμούς περί συναλλαγών αποκλειστικά με κρατικούς φορείς, πρέπει να διερευνηθεί πιθανή εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών. Αναρωτήθηκε μάλιστα γιατί, εφόσον το κράτος δεν επιθυμεί να προχωρήσει, δεν αναλαμβάνει η ίδια η Βουλή την έρευνα.
Ο Κώστας Καραμανλής μίλησε για παράνομες ή νομιμοφανείς παρακολουθήσεις που τραυματίζουν τη Δημοκρατία και συνέδεσε την υπόθεση με την ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, για καταγγελίες που προέρχονται μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Δύο πρώην πρωθυπουργοί, προερχόμενοι από τη Νέα Δημοκρατία, δηλώνουν δημοσίως ότι οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί δεν είναι επαρκείς.
Η φράση Καιρίδη που άνοιξε νέα συζήτηση
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η τοποθέτηση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της ΝΔ Δημήτρη Καιρίδη ότι «η κυβέρνηση δεν θέλει ενόψει εκλογών αυτή την εκκρεμοδικία» απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Η φράση δεν αποτελεί απόδειξη εμπλοκής της κυβέρνησης στην υπόθεση. Αποκαλύπτει, όμως, την πολιτική προτεραιότητα: η εκκρεμότητα αντιμετωπίζεται ως εκλογικό βάρος που πρέπει να κλείσει και όχι ως θεσμικό τραύμα που πρέπει να διερευνηθεί πλήρως.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να επιλέγει τον χρόνο και το βάθος μιας έρευνας ανάλογα με το εκλογικό ημερολόγιο. Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με δημοσκοπικά κριτήρια. Όταν υπάρχουν καταγγελίες για παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών, υπουργών, στρατιωτικών και δημοσιογράφων, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι η υπόθεση ενοχλεί προεκλογικά.
Το ερώτημα που δεν μπορεί να κλείσει
Ποιος αγόρασε, ποιος εγκατέστησε, ποιος χειρίστηκε και ποιος παρήγγειλε τις παρακολουθήσεις μέσω Predator;
Μέχρι να δοθεί τεκμηριωμένη απάντηση, η υπόθεση δεν κλείνει με κυβερνητικές διαψεύσεις, ούτε με την επίκληση μιας δικαστικής διαδικασίας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιθυμεί να μην υπάρχει αυτή η «εκκρεμοδικία» μπροστά στις κάλπες. Οι πολίτες, όμως, έχουν κάθε δικαίωμα να απαιτούν να μάθουν τι ακριβώς συνέβη.
Γιατί στις υποκλοπές δεν παρακολουθήθηκαν μόνο τηλέφωνα. Τέθηκε υπό παρακολούθηση η ίδια η λειτουργία της Δημοκρατίας.

