Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ έστειλε ηχηρό μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Τουρκία, παρά την αγορά των ρωσικών S-400 και τις κυρώσεις CAATSA που ακολούθησαν, φαίνεται πως επιστρέφει ξανά στο τραπέζι των αμερικανικών εξοπλιστικών σχεδιασμών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις κατά της Άγκυρας, υποστηρίζοντας ότι «δεν θέλουμε να επιβάλλουμε κυρώσεις σε φίλους». Με τη φράση αυτή, ο Τραμπ άφησε ουσιαστικά ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης με την Τουρκία και πιθανής επανεκκίνησης της συζήτησης για την πώληση μαχητικών F-35.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τον Ταγίπ Ερντογάν «μεγάλο φίλο», μίλησε για «καλή χημεία» και υποστήριξε ότι οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας είναι πιθανότατα καλύτερες από ποτέ. Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η αναφορά του ότι η Τουρκία αποδείχθηκε «πιο πιστή» από άλλες χώρες που οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν συμμάχους.
Η δήλωση αυτή δεν ήταν τυχαία. Ήταν ξεκάθαρη αιχμή προς ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς ο Τραμπ κατηγόρησε χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία ότι δεν στήριξαν τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν. «Με απέρριψαν», είπε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι, κατά κάποιον τρόπο, «δοκίμαζε» τους συμμάχους.
Από την πλευρά του, ο Ερντογάν εμφανίστηκε ενισχυμένος πολιτικά, δηλώνοντας ότι ο Τραμπ τού έχει δώσει «προσωπική υπόσχεση» για τα F-35 και εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα υπάρξει θετική απόφαση. Ακόμη κι αν η διαδικασία στις ΗΠΑ παραμένει σύνθετη, με θεσμικά και κοινοβουλευτικά εμπόδια, το πολιτικό σήμα είναι σαφές: η Άγκυρα ξαναμπαίνει στο παιχνίδι.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Η πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο τραπέζι των F-35 δημιουργεί νέα δεδομένα στις ισορροπίες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αθήνα οφείλει να διαβάσει ψύχραιμα αλλά και αποφασιστικά το μήνυμα της Ουάσιγκτον.
Η Τουρκία, παρά τις συγκρούσεις της με τη Δύση, παρά τους S-400, παρά τα παζάρια με τη Ρωσία και τις αυτόνομες κινήσεις της στη Μέση Ανατολή, δεν απομονώνεται. Αντίθετα, διαπραγματεύεται σκληρά και φαίνεται πως κερδίζει χώρο.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ άνοιξε και άλλα μέτωπα. Επανέφερε το θέμα της Γροιλανδίας, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποκτήσουν τον έλεγχό της λόγω της στρατηγικής παρουσίας Ρωσίας και Κίνας στην περιοχή, ενώ προειδοποίησε την Ευρώπη ότι κινδυνεύει λόγω της μεταναστευτικής και ενεργειακής της πολιτικής.
Το συμπέρασμα είναι απλό και σκληρό: ο Τραμπ δεν αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ ως συμμαχία αρχών, αλλά ως πεδίο συναλλαγής, ισχύος και προσωπικών συμφωνιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία του Ερντογάν εμφανίζεται ξανά ως χρήσιμος παίκτης για την Ουάσιγκτον.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις εξελίξεις ως θεατής. Χρειάζεται καθαρή εθνική στρατηγική, ισχυρή αποτροπή και διπλωματική εγρήγορση. Γιατί όταν η Τουρκία επιστρέφει στο τραπέζι των F-35, κανείς στην Αθήνα δεν μπορεί να κάνει πως δεν άκουσε.

