Η απόφαση για τον 13ο και 14ο μισθό δεν απαγορεύει στην κυβέρνηση να τους επαναφέρει – Δάσκαλοι, νοσηλευτές, γιατροί και δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούν να ζουν μονίμως με μισθούς κρίσης
Το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκαλο.
Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε τη διεκδίκηση για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους μέσω της δικαστικής οδού.
Έκρινε ότι η Πολιτεία δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή το ευρωπαϊκό δίκαιο επειδή δεν επανέφερε τα επιδόματα εορτών και αδείας που καταργήθηκαν ολοκληρωτικά με τον νόμο 4093/2012. Έκρινε ακόμη ότι από τη μη καταβολή τους δεν αποδείχθηκε πως τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των εργαζομένων. Η απόφαση και το σκεπτικό του ΣτΕ
Αυτή είναι η νομική κρίση.
Η κοινωνική πραγματικότητα, όμως, βρίσκεται έξω από τις δικαστικές αίθουσες.
Βρίσκεται στο σπίτι του εκπαιδευτικού που πληρώνει το μισό εισόδημά του για ενοίκιο. Στη νοσηλεύτρια που δουλεύει νύχτες, αργίες και εξαντλητικές βάρδιες. Στον γιατρό του ΕΣΥ που κρατά όρθια μια κλινική με ελλείψεις προσωπικού. Στον δημόσιο υπάλληλο που ακούει εδώ και δεκατέσσερα χρόνια ότι η οικονομία βελτιώνεται, αλλά ο μισθός του εξακολουθεί να μετριέται με τα δεδομένα της χρεοκοπίας.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το ΣτΕ
Χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά:
Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν απαγόρευσε στην κυβέρνηση να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό.
Δεν ακύρωσε κάποιον νόμο που τους χορηγούσε. Έκρινε ότι η σημερινή παράλειψη του νομοθέτη να τους αποκαταστήσει δεν είναι αντισυνταγματική.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Εάν η κυβέρνηση αποφάσιζε να νομοθετήσει την επαναφορά τους, η απόφαση 1201/2026 δεν θα αποτελούσε από μόνη της εμπόδιο. Το ίδιο επισημαίνει και η συνδικαλιστική πλευρά της ΑΔΕΔΥ: η δικαστική απόφαση δεν δεσμεύει την πολιτική εξουσία να διατηρήσει για πάντα την κατάργηση των δώρων.
Επομένως, τα πράγματα απλοποιούνται.
Ο δικαστικός δρόμος έκλεισε. Ο πολιτικός παραμένει ανοιχτός.
Και μαζί του παραμένει ακέραιη η ευθύνη της κυβέρνησης.
Δεκατέσσερα χρόνια «έκτακτης ανάγκης»
Τα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων περιορίστηκαν αρχικά το 2010 και καταργήθηκαν ολοκληρωτικά το 2012, μέσα στη μνημονιακή καταιγίδα.
ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία ανέλαβαν τότε την πολιτική ευθύνη των περικοπών, στο όνομα μιας χώρας που βρισκόταν αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία.
Από τότε πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια.
Η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια. Η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα, πλεονάσματα και δημοσιονομική σταθερότητα. Όταν, όμως, φτάνει η ώρα να αποκατασταθεί μία από τις βαρύτερες μισθολογικές απώλειες της κρίσης, επιστρέφει ξαφνικά ο κίνδυνος της δημοσιονομικής εκτροπής.
Δεν μπορεί η οικονομία να είναι «ισχυρή» στις κυβερνητικές παρουσιάσεις και μονίμως εύθραυστη μπροστά στον μισθό του δασκάλου και της νοσηλεύτριας.
Η αξιοπρέπεια δεν είναι το όριο της φτώχειας
Ιδιαίτερα σκληρή είναι η κρίση ότι δεν αποδείχθηκε κίνδυνος για την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων.
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να μετριέται με το αν ένας εργαζόμενος βρίσκεται λίγα ευρώ πάνω από το στατιστικό όριο της φτώχειας.
Αξιοπρεπής ζωή σημαίνει δυνατότητα στέγασης, θέρμανσης, διατροφής, ανατροφής παιδιών και αντιμετώπισης μιας έκτακτης ανάγκης. Σημαίνει να μη χρειάζεται ένας επιστήμονας, έπειτα από δεκαετίες σπουδών και υπηρεσίας, να αναζητεί δεύτερη δουλειά για να τελειώσει τον μήνα.
Η μισθολογική απόσταση ανάμεσα στο γενικό Δημόσιο και στα ειδικά μισθολόγια είναι υπαρκτή. Το ανώτατο όριο μηνιαίων αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έχει διαμορφωθεί στα 8.846,40 ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δικαστής λαμβάνει αυτό το ποσό. Αναδεικνύει, όμως, την τεράστια απόσταση από τις αποδοχές της μεγάλης πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Στοιχεία μισθολογικών ορίων
Η αντίφαση προκαλεί δικαιολογημένη οργή.
Δεν επιτρέπει, όμως, συλλογικές κατηγορίες ότι δικαστές χρηματίζονται ή εμπορεύονται τις αποφάσεις τους χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Εκεί όπου υπάρχουν αποδείξεις για επίορκους λειτουργούς, πρέπει να ενεργοποιούνται αμέσως οι πειθαρχικοί και ποινικοί μηχανισμοί.
Διότι η Δικαιοσύνη οφείλει να αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο του αδύναμου — όχι έναν ακόμη θεσμό απέναντι στον οποίο ο πολίτης αισθάνεται ανίσχυρος.
Η διεκδίκηση επιστρέφει στους εργαζομένους
Από τη στιγμή που ο δικαστικός δρόμος έκλεισε, η διεκδίκηση επιστρέφει εκεί όπου γεννήθηκε: στους χώρους εργασίας, στα σωματεία και στην κοινωνία.
Με οργάνωση, συμμετοχή και απεργία.
Η απεργία δεν είναι τελετουργική διαμαρτυρία ούτε συνδικαλιστική υποχρέωση για μία ημέρα. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και το ισχυρότερο συλλογικό όπλο των εργαζομένων όταν η πολιτική εξουσία αρνείται να ακούσει.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν να τοποθετηθούν χωρίς μισόλογα. Όχι μόνο με ανακοινώσεις συμπαράστασης, αλλά με συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση, τεκμηριωμένο σχέδιο χρηματοδότησης και καθαρή δέσμευση επαναφοράς των δώρων.
Τώρα θα φανεί ποιος βρίσκεται πραγματικά με τους εργαζομένους και ποιος αντιμετωπίζει την Παιδεία, την Υγεία και τα κοινωνικά αγαθά ως κόστος που πρέπει διαρκώς να περιορίζεται.
Το ΣτΕ είπε ότι η κυβέρνηση δεν υποχρεώνεται να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό.
Δεν είπε ότι απαγορεύεται να το κάνει.
Από εδώ και πέρα, λοιπόν, κανένα άλλοθι. Η απόφαση είναι πολιτική και η ευθύνη έχει ονοματεπώνυμο.

