Όταν η απαίτηση γίνεται αριθμός χωρίς καθαρή λογιστική διαδρομή, τότε ο πολίτης δεν έχει απέναντί του απλώς έναν πιστωτή. Έχει απέναντί του έναν μηχανισμό πίεσης.
Η συζήτηση για τα funds και τους servicers στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να μένει στην επιφάνεια. Δεν αρκεί να λέμε ότι «αγόρασαν δάνεια» ή ότι «διαχειρίζονται απαιτήσεις». Το κρίσιμο ερώτημα είναι βαθύτερο, ουσιαστικό και κοινωνικά εκρηκτικό:
Ποιο ποσό ζητούν; Πώς προκύπτει; Από ποιες εγγραφές αποδεικνύεται; Με ποια αλυσίδα μεταβίβασης; Με ποιους τόκους; Με ποιες χρεώσεις; Και με ποια πραγματική λογιστική τεκμηρίωση;
Γιατί εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Όχι μόνο στο ποιος εμφανίζεται ως διαχειριστής μιας απαίτησης, αλλά στο αν η απαίτηση αυτή είναι ακριβής, νόμιμα αποδεδειγμένη και λογιστικά καθαρή.
Δεν είναι τράπεζες, αλλά ζητούν σαν να είναι υπεράνω ελέγχου
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δεν είναι τράπεζες με την κλασική έννοια. Δεν έχουν την ίδια ιδιότητα με το πιστωτικό ίδρυμα που αρχικά χορήγησε το δάνειο. Εμφανίζονται ως διαχειριστές απαιτήσεων που πέρασαν μέσα από μεταβιβάσεις, τιτλοποιήσεις, ειδικά οχήματα και συμβάσεις διαχείρισης.
Κι όμως, στην πράξη, πολλές φορές συμπεριφέρονται σαν να αρκεί ένα εξώδικο, μια ειδοποίηση ή ένας αριθμός σε μια πλατφόρμα για να θεωρηθεί αυτονόητο ότι ο οφειλέτης χρωστά ακριβώς αυτό που του ζητούν.
Δεν είναι έτσι.
Σε ένα κράτος δικαίου, η απαίτηση δεν είναι σύνθημα. Δεν είναι απειλή. Δεν είναι απλώς ένας αριθμός που εμφανίζεται σε ένα χαρτί. Είναι οικονομικό και νομικό μέγεθος που πρέπει να αποδεικνύεται.
Το πραγματικό πεδίο μάχης είναι το ύψος της απαίτησης
Η μεγάλη μάχη για τους δανειολήπτες δεν είναι μόνο αν το fund ή ο servicer έχει δικαίωμα να κινηθεί. Είναι κυρίως αν μπορεί να αποδείξει, ευρώ προς ευρώ, το ποσό που απαιτεί.
Εκεί ανοίγει το πραγματικό ζήτημα:
Ποιο ήταν το αρχικό κεφάλαιο;
Ποιοι τόκοι προστέθηκαν;
Ποιες χρεώσεις επιβλήθηκαν;
Ποιες καταβολές αφαιρέθηκαν;
Πότε έγινε η μεταβίβαση;
Σε ποια τιμή αγοράστηκε η απαίτηση;
Υπάρχει πλήρης λογιστική αλληλουχία ή απλώς μια εξωλογιστική προβολή ποσού;
Υπάρχει αναλυτική καρτέλα ή μόνο ένας τελικός αριθμός που παρουσιάζεται ως δεδομένος;
Διότι αν μια απαίτηση δεν μπορεί να σταθεί λογιστικά, τότε δεν μπορεί να επιβάλλεται κοινωνικά ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
Άλλο οφειλή, άλλο αυθαίρετη απαίτηση
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν ισχυρίζεται ότι τα δάνεια εξαφανίζονται επειδή μεταβιβάστηκαν. Όμως άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη μιας οφειλής και άλλο πράγμα το ύψος της απαίτησης που προβάλλεται σήμερα.
Ο πολίτης μπορεί πράγματι να χρωστά. Αλλά μπορεί να μη χρωστά αυτό που του ζητούν.
Μπορεί να έχουν υπολογιστεί λάθος τόκοι.
Μπορεί να έχουν προστεθεί αμφισβητούμενες χρεώσεις.
Μπορεί να μην έχουν αφαιρεθεί σωστά προηγούμενες καταβολές.
Μπορεί η απαίτηση να έχει περάσει από μεταβιβάσεις χωρίς να αποδεικνύεται καθαρά η πλήρης αλυσίδα.
Μπορεί η λογιστική βάση του ποσού να μην είναι τόσο καθαρή όσο παρουσιάζεται.
Και τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς νομικό. Είναι θεσμικό.
Η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια — είναι υποχρέωση
Όταν ένας πολίτης απειλείται με κατάσχεση, πλειστηριασμό ή οικονομική εξόντωση, δεν μπορεί να του ζητείται να αποδεχθεί στα τυφλά έναν αριθμό.
Οφείλει να γνωρίζει τι ακριβώς χρωστά, πώς υπολογίστηκε, ποιος το απέκτησε, ποιος το διαχειρίζεται και με ποια νομιμοποιητικά έγγραφα. Οφείλει να έχει πρόσβαση στην πλήρη εικόνα της απαίτησης.
Όχι γενικότητες.
Όχι περιλήψεις.
Όχι «τόσα βγάζει το σύστημα».
Όχι απαντήσεις-καρμπόν.
Όχι απειλές χωρίς λογιστικό υπόβαθρο.
Η απαίτηση πρέπει να έχει ρίζα. Να έχει έγγραφα. Να έχει λογιστική συνέχεια. Να έχει ακρίβεια.
Το κράτος δεν μπορεί να κάνει τον θεατή
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους δανειολήπτες. Αφορά την ίδια τη λειτουργία της αγοράς, της δικαιοσύνης και της οικονομίας.
Όταν τεράστιος όγκος ιδιωτικού χρέους διαχειρίζεται από σχήματα που δεν είναι τράπεζες, όταν οι απαιτήσεις αλλάζουν χέρια, όταν παλιά δάνεια επανεμφανίζονται μέσα από σύνθετες δομές και όταν ο απλός πολίτης καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας, τότε η πολιτεία δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τεχνικές διατυπώσεις.
Χρειάζεται πραγματικός έλεγχος.
Χρειάζεται λογιστική διαφάνεια.
Χρειάζεται υποχρέωση πλήρους τεκμηρίωσης.
Χρειάζεται προστασία από αυθαίρετες ή αδιαφανείς απαιτήσεις.
Γιατί διαφορετικά, ο δανειολήπτης δεν βρίσκεται απέναντι σε έναν πιστωτή. Βρίσκεται απέναντι σε έναν μηχανισμό που απαιτεί χωρίς να εξηγεί.
Το ερώτημα που πρέπει να μπει σε κάθε φάκελο
Η κρίσιμη ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Χρωστάς;»
Η σωστή ερώτηση είναι:
«Χρωστάς πραγματικά αυτό το ποσό;»
Και αμέσως μετά:
«Αποδεικνύεται λογιστικά, νομικά και εγγράφως;»
Αν η απάντηση δεν είναι καθαρή, τότε η απαίτηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ιερό κείμενο. Πρέπει να ελέγχεται. Να αμφισβητείται. Να αποδεικνύεται.
Γιατί σε μια δημοκρατία, κανένα fund, κανένας servicer και κανένας μηχανισμός είσπραξης δεν μπορεί να βρίσκεται πάνω από την υποχρέωση απόδειξης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα funds ζητούν χρήματα.
Το πρόβλημα είναι ότι συχνά ζητούν από τον πολίτη να αποδεχθεί έναν αριθμό χωρίς να έχει δει καθαρά τη διαδρομή του.
Και εκεί πρέπει να δοθεί η μάχη.
Όχι στα συνθήματα.
Όχι στον φόβο.
Όχι στην παραίτηση.
Στο ύψος της απαίτησης.
Στη λογιστική της βάση.
Στην απόδειξη.
Γιατί άλλο πράγμα είναι το χρέος.
Και άλλο πράγμα είναι ένας αριθμός που βαφτίζεται χρέος.

