Ανικανότητα είναι να κοιτάς έναν αριθμό και να βαφτίζεις τον κίνδυνο «ευκαιρία».
Και στην περίπτωση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur, το παραμύθι είναι απλό: «αφού εξάγουμε λίγα εκεί, με μηδενικούς δασμούς θα εξάγουμε περισσότερα». Μόνο που αυτό είναι λογιστικό τέχνασμα — όχι οικονομική ανάλυση.
Γιατί η Ελλάδα δεν θα χάσει επειδή δεν πουλάει αρκετά στη Βραζιλία.
Θα χάσει επειδή πουλάει πάρα πολλά στην Ευρώπη.
Το λάθος κάδρο: μετράνε τη Mercosur, ενώ το πεδίο μάχης είναι η ΕΕ
Όταν μια χώρα έχει αγροδιατροφικές εξαγωγές πάνω από 10 δισ. ευρώ και το μεγαλύτερο μέρος τους πηγαίνει στην ευρωπαϊκή αγορά, τότε το παιχνίδι κρίνεται στο ράφι της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ολλανδίας. Όχι στα τελωνεία του Μπουένος Άιρες.
Εκεί θα γίνει η σύγκρουση. Εκεί θα πέσει η τιμή. Εκεί θα χαθεί το μερίδιο.
Και εδώ είναι το κεντρικό σημείο που αρνούνται να πουν καθαρά:
Ακόμη κι αν διπλασιάσεις τις εξαγωγές μας στη Mercosur, το κέρδος είναι μικρό.
Αν χάσεις ένα μικρό ποσοστό μεριδίου στην ΕΕ, η ζημιά είναι τεράστια.
(α) Οι εισαγωγές θα ανέβουν — και θα ανέβουν ακριβώς εκεί που πονάμε
Με κατάργηση δασμών, ο κανόνας είναι αμείλικτος:
όταν το φθηνότερο προϊόν αποκτά προνομιακή πρόσβαση, μπαίνει πιο εύκολα και πιο γρήγορα.
Και δεν μιλάμε μόνο για κρέας. Μιλάμε για ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων/ποτών, πρώτων υλών, μεταποιημένων προϊόντων, κρασιών. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς «περισσότερες εισαγωγές». Είναι:
- πίεση στις τιμές χονδρικής,
- πίεση στις τιμές λιανικής,
- συμπίεση του περιθωρίου του Έλληνα παραγωγού,
- και τελικά «εξαγωγή» της πίεσης μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή αγορά.
Η Ελλάδα θα δει τις εισαγωγές να ανεβαίνουν όχι επειδή τις χρειάζεται, αλλά επειδή θα είναι φθηνότερες — και θα έχουν πίσω τους τεράστια κλίμακα παραγωγής.
(β) Η μεγάλη απώλεια: θα μειωθούν οι εξαγωγές μας στην ΕΕ
Το πιο επικίνδυνο κανάλι δεν είναι τι θα εισάγουμε εμείς.
Είναι τι θα εισάγει η Ευρώπη — και πώς αυτό θα εκτοπίσει τα δικά μας προϊόντα.
Όταν στην ίδια αγορά μπαίνουν μαζικά προϊόντα χαμηλότερου κόστους, το ράφι δεν γίνεται «πιο δίκαιο». Γίνεται πιο σκληρό.
Και οι μεγάλες αλυσίδες δεν λειτουργούν με ευχές. Λειτουργούν με:
- τιμή ανά κιλό,
- σταθερότητα προμήθειας,
- δυνατότητα μεγάλων ποσοτήτων,
- συμβόλαια,
- ιδιωτική ετικέτα.
Η Ελλάδα δεν χάνει επειδή έχει κακό προϊόν.
Χάνει γιατί είναι μικρή, ακριβότερη και ενεργειακά/μεταφορικά επιβαρυμένη.
Το παράδειγμα που φοβούνται να πουν: το κρασί στο γερμανικό ράφι
Αν εμφανιστεί κρασί Αργεντινής ή Χιλής σε τιμές που κατεβαίνουν κάτω από τα 2 ευρώ, το ελληνικό κρασί δεν «ανεβαίνει στην ποιότητα».
Σπρώχνεται εκτός ραφιού.
Όχι παντού. Όχι ολοκληρωτικά.
Αλλά αρκετά ώστε να χαθεί ο ζωτικός χώρος: το μεσαίο τμήμα αγοράς, όπου κρίνεται ο όγκος.
Και όταν χάσεις όγκο, μετά χάνεις και διανομή.
Και μετά χάνεις και διαπραγματευτική δύναμη.
Και στο τέλος, αυτό που μένει είναι «premium αφήγημα» χωρίς οικονομική βάση.
Ο πραγματικός κερδισμένος: η Γερμανία
Η συμφωνία είναι κομμένη και ραμμένη για τις μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες.
Τι κερδίζει η Γερμανία;
- αυξάνει εξαγωγές αυτοκινήτων, ανταλλακτικών, μηχανημάτων, βιομηχανικού εξοπλισμού,
- εισάγει φθηνότερα τρόφιμα,
- πιέζει τον πληθωρισμό της προς τα κάτω,
- ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της (μέσω φθηνότερου κόστους ζωής/μισθολογικής πίεσης).
Δηλαδή: κερδίζει διπλά.
Η Ελλάδα τι κάνει;
Καλείται να «ανταγωνιστεί» με κόστος παραγωγής Ευρώπης απέναντι σε κόστος παραγωγής Λατινικής Αμερικής — μέσα στην ίδια ευρωπαϊκή αγορά.
ΠΟΠ: η “επταετία” δεν είναι προστασία — είναι χρόνος ζημιάς
Λένε: «υπάρχει προστασία για 21 ΠΟΠ».
Ωραία. Για πόσο; Για επτά χρόνια μεταβατικό καθεστώς.
Επτά χρόνια είναι υπεραρκετά για να συμβούν τα εξής:
- να εκπαιδευτεί ο καταναλωτής σε “φέτα” τύπου… φέτας,
- να γεμίσουν οι αλυσίδες με υποκατάστατα,
- να παγιωθούν ιδιωτικές ετικέτες,
- να χάσει η ελληνική φέτα ρυθμό, χώρο και διαπραγματευτική ισχύ.
Η ζημιά στις αγορές δεν μετριέται με νομικούς ορισμούς.
Μετριέται με συνήθειες ραφιού.
Φέτα: ο κίνδυνος δεν είναι θεωρία — είναι παραγωγική ασφυξία
Η φέτα δεν είναι απλώς ΠΟΠ. Είναι πυλώνας εξαγωγών.
Και εδώ το πρόβλημα γίνεται εθνικό:
- Αν συνεχιστεί η αποψίλωση κοπαδιών λόγω ζωονόσων, χωρίς έγκαιρη και ορθολογική πολιτική προστασίας της κτηνοτροφίας, η εγχώρια παραγωγή γάλακτος θα πιεστεί.
- Αν το γάλα δεν επαρκεί, τότε είτε θα περιοριστούν οι ποσότητες είτε θα εκτιναχθεί το κόστος.
- Και όταν περιορίζεις ποσότητες/ακριβαίνεις, ανοίγεις χώρο για υποκατάστατα — ακριβώς τη στιγμή που η αγορά θα πλημμυρίσει από φθηνότερα “φέτα-style”.
Άρα ο κίνδυνος δεν είναι μία «νομική απώλεια ΠΟΠ» από το πουθενά.
Ο κίνδυνος είναι να χάσεις την αγορά στην πράξη, ενώ τυπικά θα έχεις ακόμη τον τίτλο.
Το ερώτημα που καίει: γιατί η κυβέρνηση δεν πήρε πραγματικό αντάλλαγμα;
Οι άλλοι πήραν. Εμείς τι πήραμε;
Και εδώ μπαίνει το πολιτικό σκέλος που όλοι ψιθυρίζουν και κανείς δεν θέλει να ακουστεί δυνατά:
Όταν μια χώρα είναι εκτεθειμένη και «οσμίζεται» σκάνδαλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο,
όταν βρίσκεται υπό αυστηρό έλεγχο για διαχείριση αγροτικών πόρων,
όταν έχει ανοιχτές πληγές αξιοπιστίας,
τότε δεν παζαρεύει από θέση ισχύος.
Παζαρεύει με το κεφάλι χαμηλά.
Και τότε το “αντάλλαγμα” δεν γράφεται σε χαρτί.
Είναι η σιωπή, η ανοχή, η αναβολή, το «κάντε το και βλέπουμε».
Συμπέρασμα: δεν είναι συμφωνία ανάπτυξης — είναι συμφωνία αναδιανομής
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν θα “ανοίξει αγορές” για την Ελλάδα.
Θα ανοίξει την ευρωπαϊκή αγορά σε φθηνότερο ανταγωνισμό,
και θα μεταφέρει πλούτο και ισχύ προς τις οικονομίες που:
- εξάγουν βιομηχανικά υψηλής αξίας,
- έχουν κλίμακα,
- έχουν ισχυρές αλυσίδες διανομής,
- και μπορούν να αντέξουν τιμολογιακό πόλεμο.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλον έναν πόλεμο τιμών χωρίς εθνικό σχέδιο.
Και το να βαφτίζεται αυτό “ευκαιρία” δεν είναι απλώς αφέλεια.
Είναι πολιτική ανεπάρκεια με υπογραφή.

