Οι καταγγελίες Βαξεβάνη για τον Γιάννη Στουρνάρα και τα SMS που κατέθεσε ο Μάριος Σαλμάς για τον Άδωνι Γεωργιάδη επαναφέρουν στο επίκεντρο τον πρώην προστατευόμενο μάρτυρα Νίκο Μανιαδάκη
Η υπόθεση Novartis επιστρέφει στο προσκήνιο και αυτή τη φορά το κεντρικό ερώτημα δεν αφορά μόνο όσα κατέθεσε ένας προστατευόμενος μάρτυρας. Αφορά κυρίως το ποιοι γνώριζαν την ταυτότητά του, ποιοι επικοινωνούσαν μαζί του και με ποιον τρόπο επιχειρούσαν –σύμφωνα με τις καταγγελίες– να επηρεάσουν τη στάση του.
Κοινός παρονομαστής δύο διαφορετικών περιόδων είναι ο Νίκος Μανιαδάκης, ο οποίος είχε καταθέσει με την κωδική ονομασία «Γιάννης Αναστασίου». Από τη μία βρίσκονται όσα παρέδωσε στη Δικαιοσύνη το 2022 ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης για φερόμενες απειλές του Γιάννη Στουρνάρα. Από την άλλη, τα SMS που κατέθεσε στη Βουλή, στις 22 Ιουλίου 2026, ο Μάριος Σαλμάς, καταγγέλλοντας πολιτική υποστήριξη του Μανιαδάκη από τον Άδωνι Γεωργιάδη.
Δύο διαφορετικές μέθοδοι. Η μία παραπέμπει σε ωμό εκφοβισμό. Η άλλη σε «φιλική προστασία». Και στη μέση ένας μάρτυρας που υποτίθεται ότι βρισκόταν υπό την προστασία της Πολιτείας.
Η καταγγελία για τη συνάντηση με τον Στουρνάρα
Το 2022 ο Κώστας Βαξεβάνης κατέθεσε στην ανακρίτρια του Ειδικού Δικαστηρίου συνομιλίες και μηνύματα που είχε ανταλλάξει με τον Νίκο Μανιαδάκη το 2018.
Στη συνομιλία, ο Μανιαδάκης φέρεται να περιέγραψε συνάντησή του με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα. Εκεί απέδωσε στον κεντρικό τραπεζίτη τη φράση:
«Θα γαμήσουμε τους μάρτυρες και θα γαμήσουμε και τη Δικαιοσύνη».
Κατά την εκδοχή που μετέφερε ο Μανιαδάκης στον δημοσιογράφο, η απειλή συνδεόταν με ενδεχόμενη άνοδο της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία και με αλλαγές στο νομικό πλαίσιο για τους προστατευόμενους μάρτυρες και τους εισαγγελείς που ερευνούσαν την υπόθεση.
Στην ίδια συνομιλία γινόταν αναφορά στους Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελο Βενιζέλο, χωρίς οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί να αποτελούν δικαστικά αποδεδειγμένα γεγονότα.
Το θεσμικό ερώτημα παραμένει βαρύ: ερευνήθηκε ποτέ σε όλο του το βάθος εάν κορυφαίος θεσμικός παράγοντας είχε επικοινωνήσει με προστατευόμενο μάρτυρα και εάν πράγματι διατυπώθηκαν τέτοιες απειλές;
Τα SMS που κατέθεσε ο Σαλμάς
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μάριος Σαλμάς έφερε στη Βουλή νέα στοιχεία, υποστηρίζοντας ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης γνώριζε πως πίσω από το ψευδώνυμο «Γιάννης Αναστασίου» βρισκόταν ο Νίκος Μανιαδάκης.
Ο ανεξάρτητος βουλευτής κατέθεσε SMS, στα οποία ο υπουργός Υγείας φέρεται να αναφέρει:
«Στη δίκη ήμουν με τον Μανιαδάκη εδώ και πολύ καιρό, διότι έτσι του είχα υποσχεθεί όταν δεν υποχώρησε στην Τουλουπάκη. Και εγώ τις υποσχέσεις μου τις κρατάω».
Ο Σαλμάς υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη αναφορά αποδεικνύει πως υπήρχε επικοινωνία και δέσμευση πολιτικής στήριξης προς τον Μανιαδάκη, σε σχέση με τη στάση που τήρησε απέναντι στην τότε εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη.
Κατήγγειλε ακόμη ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν είχε στραφεί δικαστικά εναντίον του Μανιαδάκη, παρά τις αναφορές του τελευταίου σε συνεργάτες του, ενώ αργότερα έδωσε ένορκη βεβαίωση υπέρ του στη δικαστική διαμάχη με τον Μάριο Σαλμά.
Πρόκειται για ισχυρισμούς του βουλευτή, οι οποίοι χρειάζονται δικαστική διερεύνηση και δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως αποδεδειγμένη συναλλαγή.
«Θα τα πούμε στα δικαστήρια»
Ο Άδωνις Γεωργιάδης απέρριψε τις καταγγελίες, κάνοντας λόγο για «ανοησίες» και νέα προσπάθεια συκοφάντησής του από τον Μάριο Σαλμά. Δήλωσε ότι δεν πρόκειται να ανοίξει διάλογο μαζί του εκτός των δικαστηρίων και ότι δεν έχει τίποτε να φοβηθεί.
Αντιπαράθεση προέκυψε και για την κατάληξη της δίκης Μανιαδάκη–Σαλμά. Η πλευρά Γεωργιάδη υποστήριξε ότι ο Μανιαδάκης αθωώθηκε στο Εφετείο.
Ο δικηγόρος του Μάριου Σαλμά απάντησε ότι ο Μανιαδάκης καταδικάστηκε αμετάκλητα για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση, ενώ απαλλάχθηκε μόνο από τη συκοφαντική δυσφήμηση για τυπικούς λόγους.
Ποιος προστάτευε τελικά τον προστατευόμενο μάρτυρα;
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι εάν ο Μανιαδάκης υπήρξε «καλός» ή «κακός» μάρτυρας. Το πραγματικό θεσμικό ζήτημα είναι εάν η ταυτότητά του ήταν γνωστή σε πρόσωπα που συνδέονταν πολιτικά με την υπόθεση και εάν υπήρχαν επαφές μαζί του όσο τελούσε υπό καθεστώς προστασίας.
Εάν οι παλαιότερες και οι νεότερες καταγγελίες επιβεβαιωθούν, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για παραβίαση του απορρήτου. Θα μιλάμε για έναν μάρτυρα που φέρεται να βρέθηκε ανάμεσα στην απειλή και στην υπόσχεση: από τη μία το «θα σας τελειώσουμε» και από την άλλη το «εγώ κρατάω τις υποσχέσεις μου».
Η Δικαιοσύνη οφείλει να απαντήσει καθαρά: Ποιος γνώριζε την ταυτότητα του «Αναστασίου»; Ποιος επικοινωνούσε μαζί του; Πότε και για ποιον λόγο; Υπήρξαν απειλές, υποσχέσεις ή ανταλλάγματα;
Γιατί, εάν ένας προστατευόμενος μάρτυρας ήταν τελικά προσβάσιμος σε όλους τους ισχυρούς, τότε προστατευόμενη δεν ήταν η αλήθεια.
Ήταν μόνο η συγκάλυψη.

