Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς παρέδωσε το σώμα της στο κοινό και αποκάλυψε πόσο γρήγορα η απουσία ευθύνης μπορεί να μετατρέψει τον θεατή σε θύτη
Χρειάστηκαν μόλις έξι ώρες.
Στην αρχή υπήρχαν λουλούδια, χάδια και διστακτικές κινήσεις. Στο τέλος υπήρχαν σκισμένα ρούχα, αίμα, λεπίδες και ένα πιστόλι με μία σφαίρα.
Ανάμεσα στις δύο αυτές στιγμές δεν μεσολάβησε κάποιος πόλεμος, κάποια εξέγερση ή μια κατάρρευση της κοινωνικής τάξης. Υπήρχε μόνο μια γυναίκα που είχε δηλώσει ότι δεν θα αντισταθεί και ένα κοινό που κατάλαβε ότι μπορούσε να κάνει σχεδόν οτιδήποτε χωρίς να αναλάβει την ευθύνη.
Αυτό ήταν το «Rhythm 0», η ιστορική performance της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, που παρουσιάστηκε το 1974 στο Studio Morra της Νάπολης.
Και περισσότερα από πενήντα χρόνια αργότερα εξακολουθεί να μας αναγκάζει να κοιταχτούμε σε έναν καθρέφτη που δεν κολακεύει κανέναν.
Όταν ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται «αντικείμενο»
Η ιδέα του έργου ήταν τρομακτικά απλή.
Η Αμπράμοβιτς θα παρέμενε παθητική επί έξι ώρες. Μπροστά της υπήρχε ένα τραπέζι με 72 αντικείμενα, τα οποία οι επισκέπτες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν επάνω της όπως επιθυμούσαν. Η ίδια δήλωνε ότι αποτελούσε «αντικείμενο» της performance και αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη για ό,τι θα συνέβαινε.
Στο τραπέζι συνυπήρχαν αντικείμενα από δύο αντίθετους κόσμους: ένα τριαντάφυλλο, ένα φτερό, σταφύλια και μέλι, αλλά και ένα μαστίγιο, ένα νυστέρι, ένα πιστόλι και μία σφαίρα.
Το πραγματικό υλικό της performance, όμως, δεν ήταν τα 72 αντικείμενα.
Ήταν οι άνθρωποι.
Ήταν η στιγμή κατά την οποία ένας θεατής έπρεπε να αποφασίσει αν θα προσφέρει ένα λουλούδι ή αν θα χρησιμοποιήσει μια λεπίδα. Αν θα προστατεύσει τον εκτεθειμένο άνθρωπο ή αν θα εκμεταλλευτεί την αδυναμία του. Αν θα παραμείνει θεατής ή αν θα μετατραπεί σε θύτη.
Από την περιέργεια στη βία
Στην αρχή, το κοινό κινήθηκε διστακτικά. Οι πρώτες παρεμβάσεις είχαν τον χαρακτήρα παιχνιδιού και εξερεύνησης.
Σταδιακά, όμως, η ατμόσφαιρα άλλαξε.
Τα ρούχα της Αμπράμοβιτς κόπηκαν. Το σώμα της τραυματίστηκε κοντά στον λαιμό. Τη μετέφεραν ημίγυμνη, την τοποθέτησαν επάνω σε τραπέζι και κάρφωσαν ένα μαχαίρι στο ξύλο ανάμεσα στα πόδια της. Κάποιος τοποθέτησε τη σφαίρα στο πιστόλι και δοκίμασε μέχρι πού μπορούσε να οδηγήσει την κατάσταση.
Η ίδια η καλλιτέχνις περιέγραψε αργότερα εκείνες τις έξι ώρες ως πραγματικό τρόμο. Όταν η performance έληξε και άρχισε να κινείται ξανά ως πρόσωπο με δική του βούληση, περπάτησε γυμνή και αιμόφυρτη προς τους παρευρισκομένους. Εκείνοι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, έφυγαν τρέχοντας από την αίθουσα.
Όσο στεκόταν ακίνητη, μπορούσαν να τη βλέπουν ως πράγμα.
Μόλις κινήθηκε προς το μέρος τους, ξανάγινε άνθρωπος.
Και τότε δεν άντεξαν το βλέμμα της.
Η βαρβαρότητα δεν εμφανίζεται πάντα με στολή
Το «Rhythm 0» δεν ήταν επιστημονικό πείραμα και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στατιστική απόδειξη ότι όλοι οι άνθρωποι, ή έστω οι περισσότεροι, θα γίνουν βίαιοι μόλις τους δοθεί η ευκαιρία.
Ήταν, όμως, μια ακραία καλλιτεχνική δοκιμασία που αποκάλυψε έναν υπαρκτό κοινωνικό μηχανισμό: όταν αφαιρούνται τα όρια, η λογοδοσία και η πιθανότητα αντίδρασης, η επιθετικότητα μπορεί να κλιμακωθεί με τρομακτική ταχύτητα.
Ο θύτης δεν χρειάζεται πάντοτε να είναι κάποιο αναγνωρίσιμο «τέρας».
Μπορεί να είναι ο συνηθισμένος άνθρωπος που παρασύρεται από το πλήθος. Εκείνος που ξεκινά με μια φαινομενικά αθώα κίνηση, βλέπει ότι δεν υπάρχει συνέπεια και προχωρά λίγο πιο πέρα. Μετά ακόμη πιο πέρα. Μέχρι τη στιγμή που η πράξη του δεν έχει πλέον καμία σχέση με περιέργεια ή συμμετοχή και έχει μετατραπεί σε καθαρή κακοποίηση.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι κάποιοι άσκησαν βία.
Είναι ότι η βία κλιμακώθηκε δημόσια, μπροστά σε άλλους ανθρώπους. Το πλήθος δεν λειτούργησε αυτομάτως ως φρένο. Σε ορισμένες στιγμές λειτούργησε ως κάλυψη, ως άλλοθι και ως πολλαπλασιαστής της σκληρότητας.
Η σιωπή του θύματος δεν είναι συγκατάθεση
Υπάρχει, ωστόσο, ένα επικίνδυνο συμπέρασμα που δεν πρέπει να εξαχθεί από το έργο: ότι όποιος δεν αντιστέκεται ευθύνεται επειδή έγινε θύμα.
Όχι.
Η αδυναμία, ο φόβος, η ακινησία ή η σιωπή ενός ανθρώπου δεν αποτελούν άδεια για την κακοποίησή του. Η ευθύνη ανήκει πάντοτε σε εκείνον που επιλέγει να παραβιάσει, να εξευτελίσει και να τραυματίσει.
Το πραγματικό μήνυμα του «Rhythm 0» δεν είναι ότι το θύμα πρέπει να αποδεικνύει διαρκώς πως μπορεί να πολεμήσει για να δικαιούται σεβασμό.
Είναι ότι μια κοινωνία οφείλει να προστατεύει τον άνθρωπο ακόμη —και κυρίως— όταν εκείνος δεν μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του.
Γιατί πολιτισμός δεν είναι να σέβεσαι μόνο εκείνον που έχει τη δύναμη να σου ανταποδώσει το χτύπημα.
Πολιτισμός είναι να αρνείσαι να χτυπήσεις εκείνον που βρίσκεται ανυπεράσπιστος μπροστά σου.
Το «Rhythm 0» δεν τελείωσε το 1974
Η αίθουσα της Νάπολης μπορεί να έκλεισε, αλλά ο μηχανισμός που αποκάλυψε παραμένει ζωντανός.
Τον βλέπουμε στον σχολικό εκφοβισμό, όταν πολλοί επιτίθενται στον μαθητή που δεν απαντά. Στην ενδοοικογενειακή βία, όταν ο δράστης θεωρεί τη σιωπή φόβο και τον φόβο δικαίωμα. Στη διαδικτυακή διαπόμπευση, όταν χιλιάδες άνθρωποι εξευτελίζουν έναν άγνωστο επειδή η οθόνη εξαφανίζει το πρόσωπό του. Στην εργασία, στην πολιτική και στους θεσμούς, κάθε φορά που η εξουσία δοκιμάζει πόσα μπορεί να επιβάλει πριν συναντήσει αντίσταση ή λογοδοσία.
Η βία σπάνια αρχίζει από το πιστόλι.
Αρχίζει από τη μικρή παραβίαση που έμεινε αναπάντητη. Από την προσβολή που παρουσιάστηκε ως αστείο. Από την αυθαιρεσία που δικαιολογήθηκε ως εξαίρεση. Από το πρώτο βήμα που δεν προκάλεσε συνέπειες και άνοιξε τον δρόμο για το επόμενο.
Γι’ αυτό το έργο της Αμπράμοβιτς εξακολουθεί να τρομάζει.
Δεν μας δείχνει έναν μακρινό, ξένο και ακατανόητο κόσμο. Μας δείχνει πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στον θεατή και στον συμμέτοχο, ανάμεσα στην περιέργεια και στην κακοποίηση, ανάμεσα στον πολιτισμό και στη βαρβαρότητα.
Και μας αφήνει μπροστά σε ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο εκείνους που βρέθηκαν στη Νάπολη το 1974:
Όταν ο άνθρωπος απέναντί μας δεν μπορεί να αντισταθεί, εμείς θα γίνουμε εκείνοι που θα τον προστατεύσουν ή εκείνοι που θα δοκιμάσουν πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει;

