Η ειρήνη στην Ουκρανία καθυστερεί γιατί ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του Κρεμλίνου.
Όποιος απλά βλέπει στασιμότητα και τους Ρώσους να κάνουν απλά μπρος-πίσω στα ζητούμενα της ειρήνευσης (παρά την εμπλοκή Τραμπ) βλέπει την επιφάνεια. Κάτω από την επιφάνεια εξελίσσεται μια σκληρή οικονομική και γεωπολιτική παρτίδα όπου κάθε μήνας μεταφράζεται σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο.
Η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε καθεστώς πολεμικής κινητοποίησης. Οι αμυντικές δαπάνες κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας ποσοστά που θυμίζουν σοβιετικές δεκαετίες. Η ρωσική βιομηχανία όπλων δουλεύει σε τρεις βάρδιες. Η κρατική κατανάλωση τροφοδοτεί την ανάπτυξη. Εξάλλου το ρωσικό πολιτικό σύστημα είναι μονοπρόσωπη ΑΕ που όσο θα διαρκεί ο πόλεμος θα διέπεται από σταθερότητα. Έτσι το πολεμικό κόστος σε ανθρώπους και υλικό έχει μετατραπεί στην νέα κανονικότητα. Η ανεργία κινείται χαμηλά. Όποιος σταθεί μόνο σε αυτούς τους δείκτες θα μιλήσει για ανθεκτικότητα.
Η πραγματικότητα είναι ίσως πιο σύνθετη και πιθανόν πιο επικίνδυνη για τη Μόσχα μεσοπρόθεσμα. Ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος. Τα επιτόκια της κεντρικής τράπεζας διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα για να αντιπαρέλθουν τη νομισματική πίεση. Το ρούβλι υπόκειται σε ελέγχους κεφαλαίων και διοικητικές παρεμβάσεις. Οι δυτικές κυρώσεις περιορίζουν την πρόσβαση σε τεχνολογία, ανταλλακτικά και χρηματοδότηση. Η παραγωγική βάση μετασχηματίζεται βίαια προς τη στρατιωτική κατεύθυνση, στερώντας πόρους από πολιτικούς τομείς με υψηλή προστιθέμενη αξία.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο υφίσταται διαρροή. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι επαγγελματίες εγκατέλειψαν τη χώρα τα πρώτα δύο χρόνια του πολέμου. Η επιστροφή τους φαντάζει απίθανη όσο η Ρωσία λειτουργεί σε καθεστώς διεθνούς απομόνωσης. Η δημογραφική εικόνα επιβαρύνεται από απώλειες στο πεδίο και από τη συνεχή στρατιωτική επιστράτευση, αν και ακούγονται φήμες για απαγωγές από το εξωτερικό και παρελκυστικές προσφορές εργασίας σε Αφρικανούς που καταλήγουν στο ουκρανικό μέτωπο. Το κράτος καλύπτει τα κενά με αυξημένες αμοιβές και μπόνους στρατολόγησης, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον προϋπολογισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης οδηγώντας κάποιες περιοχές στα όρια της χρεοκοπίας.
Τα έσοδα από υδρογονάνθρακες στηρίζουν ακόμη το σύστημα. Η Ρωσία διοχετεύει πετρέλαιο και φυσικό αέριο προς Ασία, Κίνα και Ινδία με εκπτώσεις. Οι εξαγωγές συνεχίζονται μέσω σκιώδους στόλου δεξαμενόπλοιων και περίπλοκων μηχανισμών εισπράξεων.
Το δημοσιονομικό μαξιλάρι από τα προηγούμενα χρόνια λειτουργεί ως αμορτισέρ. Η εξάρτηση από έναν ολοένα και πιο στενό κύκλο αγοραστών, μειώνει τη διαπραγματευτική ισχύ της Μόσχας. Η Κίνα αποκτά και εδώ ρόλο ρυθμιστή. Οι εκπτώσεις γίνονται μόνιμο χαρακτηριστικό των συναλλαγών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Πούτιν αξιολογεί τον χρόνο ως στρατηγικό σύμμαχο. Κάθε μήνας πολέμου αναδιατάσσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες της Ρωσίας, βαθαίνει τους δεσμούς με τον παγκόσμιο Νότο, ενισχύει την εσωτερική αφήγηση πολιορκημένου φρουρίου. Η κοινωνία έχει προσαρμοστεί σε πολεμική οικονομία, δηλαδή έκτακτης ανάγκης. Η καταστολή περιορίζει την εσωτερική αντιπολίτευση πλήρως και το πολιτικό ρίσκο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μοιάζει διαχειρίσιμο για το Κρεμλίνο.
Από άλλη πλευρά, η Ευρώπη εμφανίζει κόπωση. Οι κυρώσεις προς τη Ρωσία προκαλούν κόστος και στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνθηκε βίαια με αυξημένο κόστος. Η βιομηχανία υπέστη πιέσεις από υψηλές τιμές ενέργειας και αρκετές βιομηχανίες μετοίκησαν αλλού φεύγοντας από την ενεργειακά ακριβή Ευρώπη. Η πολιτική συνοχή δοκιμάζεται από κυβερνήσεις που ζυγίζουν εθνικά συμφέροντα μαζί με τα ευρωπαϊκά. Κάθε ρωγμή στην ευρωπαϊκή ενότητα μετατρέπεται σε μήνυμα προς τη Μόσχα ότι η αντοχή της Δύσης έχει και αυτή τα όριά της.
Οι ΗΠΑ εισέρχονται σε εκλογικούς κύκλους με έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις για το κόστος της στήριξης του Κιέβου. Η αμερικανική πολιτική σκηνή συζητά πακέτα βοήθειας με όρους ανταποδοτικότητας. Αυτή η συζήτηση καταγράφεται στο Κρεμλίνο ως ένδειξη ότι η μακρά διάρκεια ευνοεί τον επιτιθέμενο. Η Ουκρανία εξαρτάται από συνεχή ροή χρηματοδότησης και οπλισμού από τη Δύση. Η Ρωσία εξαρτάται από εσωτερική κινητοποίηση και εξαγωγές πρώτων υλών. Το ποια εξάρτηση αντέχει περισσότερο αποτελεί το κεντρικό στοίχημα.
Η καθυστέρηση των διαπραγματεύσεων επιτρέπει στη Μόσχα να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος εφόσον παγιώνει τετελεσμένα στο πεδίο. Μια πρόωρη συμφωνία θα παγίωνε και τα οικονομικά της βάρη σε περιβάλλον αβεβαιότητας. Η συνέχιση της σύγκρουσης της δίνει χρόνο για αναδιάρθρωση των εμπορικών ροών, για την ενίσχυση της πολεμικής παραγωγής, για την εσωτερική προσαρμογή της. Το κόστος συσσωρεύεται, η πολιτική ελίτ το θεωρεί διαχειρίσιμο σε σχέση με τον στρατηγικό στόχο: τη διατήρηση επιρροής στην Ουκρανία και την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η ρωσική οικονομία φθείρεται αργά. Η φθορά αυτή μοιάζει αποδεκτή για ένα καθεστώς που προτεραιοποιεί τη γεωπολιτική επιβίωση έναντι της ευημερίας. Ο Πούτιν ποντάρει στην άνιση κατανομή του πόνου. Η ρωσική κοινωνία έχει μικρό περιθώριο πολιτικής αμφισβήτησης. Οι δυτικές κοινωνίες όμως λειτουργούν με εκλογικούς κύκλους και άμεση κοινωνική πίεση.
Η ειρήνη θα επιταχυνθεί όταν το οικονομικό ισοζύγιο γείρει αποφασιστικά εις βάρος της Μόσχας ή όταν η δυτική στήριξη προς το Κίεβο χάσει τη δυναμική της. Σήμερα καμία από τις δύο συνθήκες δεν έχει ωριμάσει πλήρως. Γι’ αυτό ο χρόνος κυλά υπέρ του Κρεμλίνου. Γι’ αυτό οι διαπραγματεύσεις μετατίθενται διαρκώς στο μέλλον. Γι’ αυτό η σύγκρουση παραμένει εργαλείο πίεσης και όχι πρόβλημα προς άμεση επίλυση.
Η ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι τελειώνουν όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί ισχύος. Στην Ουκρανία ο συσχετισμός παραμένει ρευστός και αμφίρροπος. Ο Πούτιν περιμένει τη στιγμή που η οικονομική φθορά της Ρωσίας θα φαίνεται μικρότερη από την πολιτική φθορά της Δύσης. Μέχρι τότε, η καθυστέρηση αποτελεί στρατηγική επιλογή με ψυχρή λογική και σαφές κόστος για όλους.
CAPITAL

