Η ΑΠ 1422/2021 πράγματι δέχεται ότι η γενική λήψη εικόνας σε δημόσια εκδήλωση δεν είναι κατ’ αρχήν παράνομη – Δεν περιέχει, όμως, τη φράση περί «δικής του αντικειμενικής καταγραφής» ούτε δίνει λευκή επιταγή για εξατομίκευση και δημοσίευση
Μια δικαστική απόφαση δεν γίνεται να διαβάζεται σαν πολιτικό φυλλάδιο: κρατάμε τη μισή πρόταση που μας βολεύει, προσθέτουμε τη δική μας ερμηνεία και στο τέλος δηλώνουμε ότι «αυτά τα λέει ο Άρειος Πάγος».
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα στην αντιπαράθεση του Άδωνι Γεωργιάδη με τον δικηγόρο Θανάση Καμπαγιάννη για τη χρήση των «έξυπνων» γυαλιών της Meta και την καταγραφή πολιτών σε δημόσιες συγκεντρώσεις.
Ο υπουργός Υγείας επικαλέστηκε την απόφαση 1422/2021 του Αρείου Πάγου ως νομικό έρεισμα για τη θέση του ότι μπορεί να καταγράφει διαδηλώσεις ή συγκεντρώσεις που στρέφονται εναντίον του. Ο Θανάσης Καμπαγιάννης απάντησε ότι ο υπουργός κατασκεύασε περιεχόμενο, το βάφτισε δικαστική απόφαση και ότι, στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη απόφαση λέει το ακριβώς αντίθετο.
Ο έλεγχος του πλήρους κειμένου δείχνει ότι η αλήθεια δεν χωράει ολόκληρη σε καμία από τις δύο απόλυτες διατυπώσεις.
Τι πράγματι γράφει η απόφαση
Η ΑΠ 1422/2021 αφορά τη δημοσίευση σε εφημερίδα αναγνωρίσιμων φωτογραφιών ενός άνδρα που είχε συμμετάσχει ως στρίπερ σε εκδήλωση στην Πάτρα.
Στο γενικό νομικό μέρος της, η απόφαση αναφέρει πράγματι ότι η φωτογράφηση ενός προσώπου ως μέλους του πλήθους σε δημόσια εκδήλωση «δεν προσκρούει, κατ’ αρχήν» στην προστασία της προσωπικότητας. Προσθέτει μάλιστα ότι η συμμετοχή μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να εκληφθεί ως σιωπηρή συναίνεση για τη λήψη της εικόνας ή ως ενέργεια με ανάληψη του σχετικού κινδύνου.
Αυτό υπάρχει στο κείμενο. Δεν είναι επινόηση του Άδωνι Γεωργιάδη.
Ακριβώς στην επόμενη σκέψη, όμως, το δικαστήριο βάζει το όριο: άλλο η γενική αποτύπωση του συνόλου και άλλο η εξατομίκευση ενός συγκεκριμένου προσώπου. Η στοχευμένη φωτογράφηση επιτρέπεται μόνο όταν δικαιολογείται από τις ειδικές περιστάσεις, ενώ ακόμη και η νόμιμη λήψη δεν συνεπάγεται αυτομάτως δικαίωμα δημοσίευσης.
Με απλά λόγια, ο Άρειος Πάγος δεν λέει «δημόσιος χώρος, άρα όλα επιτρέπονται». Λέει ότι απαιτείται διάκριση ανάμεσα στο γενικό πλάνο ενός δημόσιου γεγονότος, στην αναγνωρίσιμη καταγραφή συγκεκριμένου ανθρώπου και στη μεταγενέστερη χρήση ή διάδοση του υλικού.
Η φράση που δεν υπάρχει
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό σημείο της καταγγελίας Καμπαγιάννη.
Στην απόφαση δεν υπάρχει η ειδική διατύπωση ότι, όταν μια δημόσια εκδήλωση στρέφεται εναντίον εκείνου που καταγράφει, αυτός έχει εύλογο συμφέρον να διαθέτει «δική του αντικειμενική καταγραφή» για την τεκμηρίωση επεισοδίων ή μεταγενέστερων ισχυρισμών.
Αυτό αποτελεί εφαρμογή και επιχείρημα του ίδιου του υπουργού για τη δική του περίπτωση. Δεν αποτελεί αυτούσια κρίση του Αρείου Πάγου.
Όταν, λοιπόν, μια πολιτική ανάρτηση περνά από το πραγματικό απόσπασμα της απόφασης στη συγκεκριμένη προσωπική ερμηνεία και καταλήγει με τη διαβεβαίωση ότι «αυτά τα λέει ο Άρειος Πάγος», δημιουργεί τουλάχιστον παραπλανητική εικόνα για το ακριβές περιεχόμενο της νομολογίας.
Ο υπουργός είχε κάθε δικαίωμα να υποστηρίξει ότι θεωρεί πως διαθέτει έννομο ή εύλογο συμφέρον να καταγράφει. Δεν είχε, όμως, δικαίωμα να παρουσιάζει τη δική του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών ως έτοιμη δικαστική απάντηση για τα γυαλιά Meta.
Γιατί ούτε η απόφαση λέει «το ακριβώς αντίθετο»
Η κριτική του Θανάση Καμπαγιάννη εντοπίζει σωστά τη φράση που δεν υπάρχει. Γίνεται, όμως, και η ίδια απόλυτη όταν υποστηρίζει ότι η απόφαση λέει ακριβώς το αντίθετο από τον υπουργό.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, τα δικαστήρια έκριναν ότι η συναίνεση του χορευτή να φωτογραφηθεί κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης δεν σήμαινε και συγκατάθεση για τη δημοσίευση αναγνωρίσιμων γυμνών φωτογραφιών του σε εφημερίδα. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και άφησε όρθια αυτή την κρίση.
Η απόφαση, επομένως, δεν καταργεί την αρχή ότι ένα δημόσιο γεγονός μπορεί να αποτυπωθεί σε γενικό πλάνο. Απορρίπτει την ιδέα ότι η παρουσία σε μια εκδήλωση ή η ανοχή στη λήψη εικόνας ισοδυναμεί αυτομάτως με απεριόριστη συναίνεση για εξατομίκευση, επεξεργασία και δημοσίευση.
Αυτό δεν είναι «το ακριβώς αντίθετο». Είναι ένα σύστημα ορίων και σταθμίσεων.
Η δεύτερη απόφαση και η αντιστροφή των ρόλων
Ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλέστηκε και την ΑΠ 735/2019, η οποία αφορούσε βίντεο από περιστατικό αστυνομικής βίας κατά διαδηλωτή στη διάρκεια πορείας.
Εκεί το δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγεγραμμένη συμπεριφορά αστυνομικών είχε εκδηλωθεί δημόσια, ενώπιον πολλών προσώπων και στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. Έκρινε έτσι ότι το υλικό δεν αφορούσε την ιδιωτική τους σφαίρα και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως θεμιτά αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο.
Η απόφαση αυτή στηρίζει πράγματι τη δυνατότητα καταγραφής δημόσιων πράξεων και ιδίως πράξεων κρατικών οργάνων κατά την άσκηση εξουσίας.
Δεν δίνει, όμως, αυτομάτως σε έναν υπουργό γενική άδεια να καταγράφει αναγνωρίσιμους πολίτες με φορετή συσκευή, για απροσδιόριστη διάρκεια και για κάθε μελλοντική χρήση. Στην υπόθεση της ΑΠ 735/2019, ένας ιδιώτης κατέγραφε δημόσια αστυνομική βία για να αποκαλυφθεί μια εν εξελίξει άδικη επίθεση. Στην περίπτωση των γυαλιών Meta, ο φορέας της δημόσιας εξουσίας θέλει να καταγράφει εκείνους που διαμαρτύρονται εναντίον του.
Η αντιστροφή των ρόλων δεν είναι λεπτομέρεια.
Τα γυαλιά δεν νομιμοποιούνται με μία παλιά απόφαση
Καμία από τις δύο αποφάσεις δεν απαντά από μόνη της σε όλα τα ζητήματα που δημιουργεί η χρήση μιας φορετής συσκευής καταγραφής: αν καταγράφονται αναγνωρίσιμα πρόσωπα ή απλώς το πλήθος, αν συλλέγεται ήχος, ποιος είναι ο συγκεκριμένος σκοπός, πόσο διατηρείται το υλικό, ποιος έχει πρόσβαση και αν πρόκειται να δημοσιευθεί.
Αυτά κρίνονται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις, την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα και τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων. Δεν λύνονται με μια γενική δήλωση ότι όποιος πηγαίνει σε δημόσια συγκέντρωση αποδέχεται κάθε πιθανή καταγραφή και χρήση της εικόνας του.
Το ακριβές συμπέρασμα είναι πιο ενοχλητικό και για τις δύο πλευρές: ο Άδωνις Γεωργιάδης χρησιμοποίησε υπαρκτή νομολογία, αλλά την τέντωσε ώστε να εμφανίζεται σαν προσωπική δικαστική δικαίωση για μια διαφορετική τεχνολογία και διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ο Θανάσης Καμπαγιάννης αποκάλυψε σωστά την ανύπαρκτη ειδική φράση, αλλά παρουσίασε μονόπλευρα μια απόφαση που περιέχει και τη γενική αρχή την οποία επικαλείται ο υπουργός.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η πραγματική θεσμική φαιδρότητα: όχι μόνο στο να βαφτίζει ένας υπουργός τη δική του ερμηνεία «απόφαση του Αρείου Πάγου», αλλά και στο να γίνεται η δημόσια συζήτηση ένας διαγωνισμός αποσπασματικής ανάγνωσης της ίδιας δικαστικής απόφασης.

