Του Γιώργου Πύργαρη
Δεξαμενή, καφενείο
12 Αυγούστου 1907
Άγιες ημέρες! Παραμονές δεκαπενταυγούστου του 1907! Πώς επέρασαν τα χρόνια!… Κουράστηκα… Αισθάνομαι άδειος πια… στερεμένος! Σα να έδωσα ό, τι είχα… Πόσο επιθυμώ να επιστρέψω εις τη Σκιάθο!… Αχ να ήμουν τώρα Κεχριές, εις το ναό της κοιμήσεως της Θεοτόκου και να έψαλλα την… Πεποικιλμένη!… Τάμα τόχω!… Πεποικιλμένη…. τη θεία δόξη… η ιερά και ευκλεής… Παρθένε, μνήμη σου…
Σαν όνειρο μου εφαίνεται η πρώτη ημέρα όπου έφθασα εδώ εις τας Αθήνας, εκείνον τον Σεπτέμβριον του 1873! Ακολουθώντας την επιταγή του πατρός μου να σπουδάσω… να γινώ καθηγητής ή δάσκαλος! Να γινώ επιτέλους κάποιος!… Και όμως! Εγώ το μόνον όπου επιθυμούσα εις την ζωή μου, ήτο να μονάσω! Ναι, ο ησυχασμός με ετραβούσεν από παιδίον! Μίαν φορά μάλιστα, το επιχείρησα! Επήγα εις το Άγιον όρος… Εις τους Κολλυβάδες! Με τον φίλον μου τον Νήφωνα… Όμως… μόνον έξι επτά μήνας εκατόρθωσα να μείνω εκεί… Δεν εστάθην άξιος τοιούτου ιερού εγχειρήματος, τοιούτου σταυρού. Δεν άνθεξα τόσην αυστηρότητα… Έφυγα! Εντός μου… ατίθασος, δεν εσήκωσα την πειθαρχία της αφιερωμένης ζωής… Διά να κατευνάσω λοιπόν τα αισθήματα τοιαύτης αποτυχίας, απεφάσισα να γινώ… κοσμοκαλόγερος! Μοναχός μεν, αλλά εντός του κόσμου και των πειρασμών του!…
Μα έπρεπε παραλλήλως να ευχαριστήσω και τον πατέρα! Τον παπά Αδαμάντιο! Όπου ήθελεν τόσο να γινώ διδάσκαλος, να εξασφαλισθώ και να βοηθήσω οπίσω και την οικογένεια… Τες τρεις αδελφές μου! Δι΄ αυτό, όταν ετελείωσα το μικρόν σχολείο της Σκιάθου, επήγα εις την Σκόπελο. Και μετά Γυμνάσιο εις Χαλκίδα… Εκεί άνθεξα δύο έτη… Καθηγηταί ανούσιοι, τυπολάτραι, ανεπαρκείς! Και έγραψα του πατέρα την αλήθεια. Πως απ΄ αυτούς, δεν περιμένω τίποτα! Ούτε αυτοί από εμένα! Βέβαια… υπήρχαν και εξαιρέσεις καθηγητών. Αλλά ήσαν ελάχιστες…
Απεφασίσαμεν να έλθω εις την Αθήνα. Με άδειες τσέπες σχεδόν… Αν ενθυμούμαι καλώς, εγλίτωσα και τα ναύλα ως… λαθρεπιβάτης! Τι να μου κάμει και ο έρημος ο πατέρας; Ποιο στόμα να πρωτογεμίσει; Διατί εξόν από τες αδελφές, ήτο και ο αυτάδελφος Γεώργιος, ο οποίος -Θεός σχωρέστον- πολύ εις τον βίον του μας επίκρανε. Ήτο πέραν του δέοντος οξύθυμος και οργίλος… Δεν έβρισκεν ησυχία πουθενά… Επολέμησεν κιόλας εις την Θεσσαλίαν… Στες… ήσυχες ημέρες του, ηργάζετο ως δημογραμματεύς. Και εις την Σκιάθον και εις τον Βόλον. Μα και εκεί συνεχώς εύρισκεν αφορμάς, εμάλωνε. Τέλος έπαθε εις τας φρένας και απέθανεν, αφήνοντας οπίσω πέντε ορφανά…
Αχ πόσα επέρασα…
Όμως… Όμως τον σταυρό όπου μας δίδει ο Κύριος, πρέπει να τον παίρνουμε χωρίς βαρυγκόμια, με γενναία καρδιά. Διατί ομού με τον σταυρό, μας δίδει τη δύναμη και τον ενθουσιασμό να τον κουβαλήσωμεν. Όλοι οι άνθρωποι κουβαλούν τον σταυρό τους… Ο καθείς τον ιδικό του! Σε άλλους ημπορεί να είναι ελαφρύτερος, σε άλλους βαρύτερος, αλλά όλοι τον κουβαλούν… Γι΄ αυτό είναι πολύ δύσκολο, να γκρεμισθεί αυτό το εξαίσιο σύμβολο… Ναι, ομιλώ διά τον Ιησού! Όλοι ταυτιζόμεθα μαζί του. Η εικόνα, όπου Εκείνος προχωρά γονατιστός υπό του βάρους του σταυρού διά τον Γολγοθά, δεν είναι παρά η πιο κοντινή εικόνα εις την ψυχή κάθε ανθρώπου, όπου εις αυτήν βλέπει τον εαυτό του και τον ιδικό του σταυρό… Αλαφρώνει το βάρος του καθενός, όταν γνωρίζει πως ακόμη και ο ίδιος ο Θεός, σέρνει τον σταυρό του… Όλοι εις αυτόν τον κόσμο, έχωμεν να μεταφέρωμεν ένα βάρος… Να υποχρεωθώμεν εις ένα μαρτύριον. Αυτό ακριβώς όμως, μας κρατά ταπεινούς! Αυτό ακριβώς μας… αδελφώνει! Μας διασώζει! Μόνο έτσι αποκτά νόημα η ζωή μας. Και ας είναι μερικές φορές, το βάρος δυσβάσταχτο…
Και έρχονται τώρα όλοι οι… πετεινοί εκ Παρισίων, να τα γκρεμίσουν όλα!… Όλα!
Το δώρο όπου μου εδόθη για να ανθέξω τον ιδικό μου σταυρό, ήτο η νοσταλγία! Γεννήθηκα εις την Εδέμ! Όμως δεν ήξευρα από τα παιδικάτα μου, πως είχα γεννηθεί εις την Εδέμ. Τούτο… Τούτο το κατανόησα αργότερα. Η παιδική μου ηλικία ήτο πτωχική μα ευτυχισμένη…
Ως παιδί, μου ήρεσε να ζωγραφίζω αγίους… Έφθασα εις αποκορύφωμα κάποτε, όταν εζωγράφισα έναν θεόπτην Μωυσή, όπου όλη η οικογένεια εθαύμασε! Όμως μου ήρεσαν και οι σκανδαλιές, δεν ήμουν καθ΄ όλα αμνός… ενίοτε εφερόμουν και ως ερίφιον! Και τι δεν εκάμαμε με τους φίλους… Βόλτες εις τις ακρογιαλιές και τα δάση, εφεύγαμεν από το σχολείο και κολυμβούσαμε, εκδρομές σε εκκλησιές και μοναστήρια, όπου επειράζαμε με τόσα τεχνάσματα τις ευλαβείς γυναίκες… Αχ στο Κάστρο!… Κρεμούμασταν από τα τείχη και από τους βράχους ψηλά… -μα δεν εφοβούμασταν;- και ερίχναμε λιθάρια εις την άβυσσο της θαλάσσης… Όμως δεν ήτον όλοι οι φίλοι μπιστικοί… Τα αλάνια με εμισούσαν! Επειδή εφορούσα παπούτσια και εκείνοι δεν είχαν. Επειδή εκρατούσα από τους άρχοντες Μωραϊτιδες… Επειδή ήμουν υιός παπά, πάντα σιδερωμένος και καθαρός από τη μητέρα, ενώ εκείνοι γδυτοί, λεροί αλλά λεύτεροι! Πόσο τους εζήλευα! Επιχειρούσα να πάγω μαζί τους, μα εκείνοι απέφευγον… Με μισούσαν και ποτέ δε με εδέχθησαν εις τις ξυπολησιές, εις τις πετροβολιές και στις παρέες τους. Μίαν φοράν μάλιστα, με άφησαν να χαθώ εις τους λόγγους και τις ερημιές. Πέρασαν ώρες να με εύρουν οι μεγάλοι…
Όμως ήμουν ευτυχής! Ακολουθούσα τον πατέρα στες λειτουργιές εις τα ξωκκλήσια και τα μοναστήρια, ήρχισα να μαθαίνω από τα μικράτα μου τα βυζαντινά. Και τες νηστείες και τα τυπικά και τους ύμνους… Και δύναμαι να είπω, πως αυτοί οι ύμνοι με διαμόρφωσαν. Έριξαν μέσα μου κι άλλο φως! Μέσα τους ευρήκα την εσωτερική ποίηση και ομορφιά όπου αντίκριζα έξω…Μέσα τους ευρήκα τη σοφία και ταπεινότητα όπου λαχταρούσα εμπρός εις το θαύμα του κόσμου… Οι βυζαντινοί ύμνοι, τα λαϊκά τραγούδια της ιδιαιτέρας πατρίδος μου, οι λευκοί ήσυχοι οικίσκοι της μικρής μας πολίχνης, η ευωδιά της αλμύρας και της θαλάσσης, οι λέμβοι και τα μεγάλα πλεούμενα εις τον αιγιαλό, οι ταπεινοί άνθρωποι του μόχθου οι συντοπίτες μου, οι ήχοι της καμπάνας όπου μας ένωναν όλους κάτω από έναν Θεό, αυτή… αυτή ήταν η Εδέμ της παιδικής μου ηλικίας… Μόνον όταν ευρέθην εις την Αθήνα και αίφνης τα έχασα όλα, κατανόησα πόσο σημαντικά ήσαν…
Η Αθήνα τα πρώτα χρόνια με ετσάκισε!… Μα μήπως δεν με συντρίβει ακόμη;… Όταν ήλθα εδώ, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, κατάλαβα τι σημαίνει πραγματική πτώχεια, καταφρόνια… μοναξιά… Επί πλέον, το χρέος εις τον πατέρα… Να σπουδάσω! Μία θηλειά, όπου έσφιγγεν συνεχώς τον λαιμό μου! Η Αθήνα ήτον διά με ανυπόφορη εκείνα τα χρόνια. Και η εξοικονόμησις ελαχίστη. Μία έτρωγα, τρεις δεν έτρωγα. Ευτυχώς όπου ήτον και οι αγαπητοί μου εξάδελφοι… Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και Σωτήριος Οικονόμου και μου επέτρεπον να συγκατοικήσωμεν, εκείνον τον πρώτον καιρόν. Έτσι, δεν είχα να πληρώνω ενοίκιον…
Προσπαθούσα πολύ να εξοικονομήσω την ζωή μου, αλλά ματαίως! Τες σπάνιες φορές όπου εύρισκα να κάμω κάποιαν παράδοση εις μικρούς μαθητάς, η δουλειά σύντομα εχαλούσε. Δήμουν σιδερωμένος! Με εκείνο το μακρύ παλτό συνεχώς κομβιομένο, γεμάτο ξέφτια εις τα μανίκια, άλλοτε να λείπει το εν κομβίον άλλοτε το άλλο, με τα σκονισμένα τρύπια μου υποδήματα και το λερό γιακά στο υποκάμισο, ποίος γονέας να μου εμπιστευθεί το παιδί του; Θα μου ειπείς έπρεπε να συμμαζευτώ ολίγo, να προσέχω τους τρόπους και την ένδυσή μου. Μα πού καιρός για δαύτα!… Δεν τα θεωρούσα σπουδαία. Άλλα πράγματα είχαν ηρχίσει να ηργάζοντο εντός μου… Ονειροπολούσα… Ήρχισε να με συνεπαίρνει η νοσταλγία όπου θα γινόταν σε λίγο δημιουργία, την ένδυση θα εκοιτούσα και τες αναποδιές όπου μου έβαζε;…
Μα ας τα αφήκωμεν αυτά. Είπαμε… δεν πρέπει να βαρυγκομούμεν με τον σταυρό όπου μας εδόθη…
Μα τι ενεθυμήθην τώρα. Ένα ευτράπελον εκείνης της εποχής!
Ήμουν μαθητής του Βαρβακείου. Εις την Τετάρτην Τάξιν. Είχα ενημερώσει φυσικά με επιστολές τον πατέρα. Μα εκείνος… εκείνος ο καημένος, έκαμεν σύγχυση μεταξύ του Βαρβακείου και της Αρσακείου Σχολής, όπου ως γνωστόν εις αυτήν φοιτούν μόνον κοπέλες! Έλαβα το λοιπόν μία επιστολή του προς εμέ, όπου έγραφεν εις τον φάκελλον απόξω…
“Προς φοιτητήν του Αρσακείου Αλέξανδρον Παπά Αδαμαντίου” !!! Έμεινα εμβρόντητος! Αρχικώς εγέλασα, μετά εθύμωσα! Ε, δεν ήμουν δα και… Αρσακειάς! Του έκαμα λοιπόν και εγώ μίαν επιστολή και τον επέπληξα! Του έγραψα πως εις την Αρσάκειον Σχολήν, μαθητεύουν μόνον κοπέλες! Το ηξεύρη όλος ο ντουνιάς και ο κόσμος όλος, εξόν από εκείνον! Του έγραψα επίσης, πως μήτε φοιτητής ήμουν, αφού εμαθήτευα ακόμη εις Λύκειον και όχι εις Πανεπιστήμιον. Έπρεπε λοιπόν να πάψει να γράφει εις τον φάκελο των επιστολών, πως ήμουν φοιτητής και Αρσακειάδα και να μη με κάμει ρεζίλι εις τους ανθρώπους όπου μεταφέρουν και μου παραδίδουν τα γράμματα! Να γράφει απλά… “Προς μαθητήν του Βαρβακείου, Αλέξανδρον Παπά Αδαμαντίου”! Αρκεί!…
Μίαν άλλη φορά -τι θυμούμαι πάλι- ο πατέρας μου παρήγγειλε να του ηγοράσω υποδήματα. Μα ήμουν τόσο ανίκανος εις τα τοιούτα και τόσο αφηρημένος εις τα πρακτικά, όπου του ηγόρασα μεν υποδήματα… αλλά γυναικεία! Με ολίγον τακούνι από κάτω και ανοιχτά μέχρι τα δάχτυλα επάνω! Και του τα έστειλα! Ο καημένος τα εφόρεσε και επήγε μέσα εις το κρύο και τον υετό, να λειτουργήσει!!… “Είναι γυναικεία… Τα εφόρεσα εξ΄ανάγκης!” μου έγραψε εις την επόμενη επιστολή του ο δόλιος. Πόσο εντράπην! Έκαμα πάνω από μήνα να του απαντήσω και… τεχνηέντως, δεν αναφέρθην διόλου εις το θέμα…
Αχ πατέρα μνημόσυνο σου έκαμα σήμερα… σε ενεθυμήθην! Θεός σχωρέστον… Άξιος ιερεύς… αγαθός και ηγαπητός άνθρωπος… Μα και η μητέρα μου αγία γυναίκα. Θεός σχωρέστην και αυτήν. Της έκαμα κάποτε ένα ποίημα… Ένα καλό ποίημα θαρρώ. Το σκοτεινό τρυγόνι! Ενθυμούμαι καλώς, μόνον την πρώτη στροφήν, μετά λησμονώ…
Μάνα μου εγώ ‘μαι τ’ άμοιρο / το σκοτεινό τρυγόνι / όπου το δέρνει ο άνεμος / βροχή που το πληγώνει / Το δόλιο! Όπου κι αν στραφεί / κι αφ’ όπου κι αν περάσει / δε βρίσκει πέτρα να σταθεί / κλωνάρι να πλαγιάσει…
Αυτό ενθυμούμαι μόνον, μετά υστερώ… Σύντομα όμως έγινα και φοιτητής. Αντί Θεολογίας όμως, επέλεξα την Φιλοσοφικήν! Παρηκολούθησα ολίγα μαθήματα μόνον εξ’ επιλογής. Δεν επήρα ποτέ πτυχίον. Σιγά μην υπέκυπτα εις τους Φιντικλίδες! Τώρα όπου το σκέπτομαι, οφείλω τελικά να ομολογήσω ειλικρινώς μίαν αμαρτία μου. Τελικά, δεν απεδεχόμην ούτε εδώ τους καθηγητάς. Από αλαζονεία και μόνον από αλαζονεία! Δεν εθεωρούσα πως υπήρχε άξιος διδάσκαλος να διδάξει την αφενδιά μου. Τόσο αλαζών! Διά την ακρίβεια… Πτωχαλαζών! Και πτωχός και αλαζών! Μα από πού ηντλείτο τέλος πάντων τόση σιγουριά και μεγαλομανία; Να μην έχεις να φάγεις και να περιφρονείς τους πάντες; Συνέβη μάλιστα μίαν ημέρα και κάτι, όπου φορές το σκέπτομαι και γελώ…
Η μοίρα το έφερε κάποτε λοιπόν, να συναπαντηθώ με τον πιο πλούσιον άνδρα της Ελλάδος! Τον κύριο Συγγρό! Περιπατούσα εις την οδό και από απέναντι ήρχετο ο μέγας τραπεζίτης μαζί με τον Σίμωνα Αποστολίδη. Αγέρωχον ύφος ο Συγγρός και με λαμπρή ενδυμασία. Εγώ ως πάντα, πενιχρός. Ήθελα να αποφύγω, μα εχαιρέτησα τελικώς τον Αποστολίδη φίλος γαρ. Ο Συγγρός τον παρετήρησεν πως χαιρετά και… διακοναραίους, όπου κρατούν μάλιστα και ραβδί!… “Τι λέγεις κυρ Ανδρέα, αυτός είναι άξιος διηγηματογράφος μας… Ο Παπαδιαμάντης!” απήντησε ο Σίμωνας… “Και είναι έτσι σαν ζητιάνος;… Να τον βοηθήσωμε;” Εγώ ήκουα… “Όχι κύριε δεν χρειάζομαι τίποτα!” είπα και ετάχυνα το βήμα μου… “Δεν θέλετε βοήθεια κύριε, είστε πλούσιος;” επέμενε ο Συγγρός… “Ναι κύριε, είμαι πλούσιος, πολύ πλούσιος!” απήντησα και συνέχισα τον δρόμο μου…
Το αστείον βέβαια δεν είναι ότι είπα εις τον κύριο Συγγρό πως είμαι πλούσιος, το αστείον είναι… πως το εννοούσα! Το μεσημέρι ημπορούσε να μην είχα να φάγω… ημπορούσε να μην είχα να αγοράσω δράμι καπνό για τα σιγαρέττα μου, μα όντως ησθανόμην πλούσιος! Εδώ και χρόνους, ανέβλυζε εντός μου η πηγή! Η πηγή της νοσταλγίας όπου την μεταμόρφωνα εις… δημουργία! Διατί εκεί… εντός της δυστυχίας, και της πτώχειας, εντός της καταφρόνιας και του θυμού του πατέρα όπου δεν έπαιρνα πτυχίον, εντός της κακογλωσσιάς του κόσμου όπου έφθανε μέχρι την Σκιάθο και ντρόπιαζε τους δικούς μου… πως δε γινόμουν μήτε δάσκαλος, μήτε καθηγητής, μήτε τίποτε, παρά ήμουν ένας αποτυχημένος, ένας πλάνης, ένας θαμώνας καφενέδων και ταβερνών… εντός μου ανέβλυζε η πηγή! Ο τόπος μου! Μνήμες, εικόνες, ευωδιές, μορφές απ΄ το νησί μου… Έρωτες! Ιστορίες! Είχα εύρη επιτέλους τον δρόμο μου! Να πιάνεις μίαν λευκήν, άψυχην σελίδα… ακόμη και ένα λερόν μπακαλόχαρτον και να του δίδεις ψυχή, ζωή! Να δημιουργείς εντός του θύμησες, ιστορίες, συναισθήματα, κόσμους ολάκερους! Υπάρχει μεγαλύτερο πράγμα από τούτο;;; Υπάρχει;;;… Χωρίς να το καταλάβω λοιπόν, είχα γίνει… συγγραφεύς! Εγνώρισα τον Γαβριηλίδη και άλλους, εδημοσίευσα την “Μετανάστη” μου, τους “Εμπόρους των Εθνών”… εις εφημερίδας, εις την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και αλλαχού… Στον “Νεολόγο”, εις την εφημερίδα “Μη χάνεσαι”, εις την “Ακρόπολη”… εις το “Άστυ”… Έστειλα τις εφημερίδες εις την Σκιάθο. Τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν. Ο άσωτος υιός όπου δημοσιεύουν τα γραπτά του σπουδαίες εφημερίδες! Λύγισε ο θυμός του πατέρα. Και συνέχισα να δημοσιεύω και άλλα μυθιστορήματα και άλλα διηγήματα. Ξεπηδούσαν ωσάν πίδακες εντός μου… Επιτέλους! Είχα εύρη τον εαυτό μου! Ημέρευα τους γύρω μου, ημέρευα και τους ιδικούς μου δαίμονες, πώς να μην αισθάνομαι πλούσιος λοιπόν; Πιο πλούσιος κι από τον κύριο Συγγρό!
Μα ήταν και το βιοποριστικόν! Ποίος ζει μόνον με διηγήματα; Οι συγγραφείς δεν είναι άυλα όντα, έχουν και κοιλία! Έμαθα μόνος μου ξένες γλώσσες. Γαλλικά, Άγγλικά, επάλεψα και με τα Ρώσικα. Είχα ως φαίνεται έφεση. Ήρχισα να μεταφράζω λοιπόν και ξένα έργα διά τας εφημερίδας. Σκληρή δουλειά! Ώρες ολάκερες σκυμμένος σε ένα γραφείο, μέχρι αργά το βράδυ. Κάποτε έκαμα και είκοσι ημέρες να ιδώ τον ήλιο! Μα τουλάχιστον είχα να φάγω. Με μισθό καλόν, εκατό, διακόσιες, ενίοτε και διακόσιες πενήντα δραχμές τον μήνα! Είχα να φάγω ένα γκιουβέτσι! Να πίω κι ένα ποτήρι ρετσινάτο. Να στείλω και κατιτίς εις την Σκιάθο. Ναι εκείνη την εποχή, υπήρχαν ημέρες, όπου ησθανόμουν πραγματικά πλούσιος! Μετέφραζα λοιπόν, μετέφραζα! Αν και στις μεταφράσεις των αθέων φιλοσόφων, κρατώ δι΄ εμέ και κάποια καταχθόνια μυστικά…
Έγραψα εις την απλήν καθαρεύουσα! Ει μίαν εποχή όπου σαρώνουν οι δημοτικισταί. Επήγα κόντρα εις το ποτάμι! Με επολέμησαν και με πολεμούν ακόμη διά τούτο. Προ πάντων οι νεόκοποι νεανίες λογοτέχναι οπαδοί του Ψυχάρη, όπου έρχονται καθημερινώς και εδώ εις την Δεξαμενήν. Τους ήκουσα κάποτε να κοροϊδεύουν τον τρόπο γραφής μου. Δεν με είχαν ιδεί. Κάποιος… Βάρναλης νεοσσός, είχε σηκωθεί ορθός και μιμούνταν τα… “αί” μου, τα… “ή” μου… τας καταλήξεις μου και οι άλλοι γύρω εχαχάνιζαν. Δεν άνθεξα! Εθύμωσα! Ηγέρθην της θέσεώς μου, επήγα προς το μέρος τους, εστάθην απ΄ επάνω και τους είπα… “Εσείς οι νέοι, δε σέβεστε τίποτα πια!”… Έτσι τους είπα και έφυγα!
Αργότερα όμως το μετανόησα… Ο… Βάρναλης εκείνος, έμαθα ότι ησθένισε σοβαρώς. Φυματίωση;;; Ακριβώς δεν ηξεύρω. Επάλευε διά την ζωή του ο άνθρωπος. Στενοχωρέθηκα. Ότε μετά από μήνας έγιανε και ενεφανίσθη πάλι εις Δεξαμενήν, εκαταχάρην! Τον σίμωσα, του έδωκα το χέρι και του ηυχήθην περαστικά…
Και δεν έπαψα να γράφω εις την απλή καθαρεύουσα. Μήτε με τους Μιστριώτες ήμουν, μήτε με τους Ψυχάρηδες! Με την απλή μου καθαρεύουσα ήμουν! Επιθυμούσα να εισάγω μίαν… επισημότητα εις τα αισθήματα και εις την ψυχή του ανθρώπου. Ημπορεί οι πόδες μας να κολλούν κάποιες φορές εις την λάσπη, μα η ψυχή είναι πάνω από τους πόδας μας. Ό, τι κι αν περνούμε, η ψυχή το βλέπει… αφ’ υψηλού, επίσημα! Και την οδύνη και την ομορφιά! Έπειτα, η απλή καθαρεύουσα, είναι ένα παρόν κατανοητόν μεν, όπου συμπυκνώνει όμως ιστορία χιλιάδων ετών! Όμηρο, Πίνδαρο, Πλάτωνα, Αγία Γραφή, βυζαντινούς ύμνους, επανάσταση…
Όμως και κάτι άλλο ήτο η απλή καθαρεύουσά μου… Ήτο σαν ένας τοίχος όπου ήθελα να υψώσω, διά να προστατεύσω τον ιδικό μας βαθύ πολιτισμό, από τα σαρωτικά κύματα, από τον ανόητον ορθολογισμόν της Δύσης. Ναι, ήταν και αυτό η καθαρεύουσά μου. Ένα φρούριον όπου ήθελεν να προστατεύσει τους ανεκτίμητους θησαυρούς μας…
Μα να… σα να βλέπω τον Νιρβάνα… Έρχεται κατά δω…

