Οι οίκοι αξιολόγησης δεν μετρούν αν ζει καλύτερα ο πολίτης. Μετρούν αν το κράτος μπορεί να πληρώνει το χρέος του. Και εκεί βρίσκεται όλη η παρεξήγηση.
Το ερώτημα ακούγεται συχνά:
«Αφού η ελληνική οικονομία έχει τόσο σοβαρά προβλήματα, γιατί μας αναβαθμίζουν ή μας διατηρούν στην επενδυτική βαθμίδα οι οίκοι αξιολόγησης;»
Η απάντηση είναι απλή, αλλά πολιτικά ενοχλητική:
διότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν βαθμολογούν την καθημερινότητα των πολιτών. Δεν αξιολογούν αν ο μισθός φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα. Δεν μετρούν αν τα νοικοκυριά πνίγονται από την ακρίβεια, αν οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, αν οι μικρομεσαίοι στραγγαλίζονται ή αν η χώρα παράγει πραγματικό πλούτο.
Αξιολογούν πρωτίστως κάτι πολύ συγκεκριμένο:
την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους, δηλαδή την πιθανότητα να εξυπηρετεί εγκαίρως και πλήρως τις υποχρεώσεις του. Η ίδια η S&P περιγράφει τις αξιολογήσεις ως γνώμες για το αν ένας εκδότης χρέους μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη του στην ώρα τους και στο ακέραιο, όχι ως πιστοποιητικό κοινωνικής ευημερίας.
Άλλο το κράτος που πληρώνει, άλλο η κοινωνία που αντέχει
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική απάτη της αφήγησης.
Μια χώρα μπορεί να παίρνει θετικό πρόσημο από τις αγορές και ταυτόχρονα οι πολίτες της να βιώνουν οικονομική ασφυξία.
Για τους οίκους, σημασία έχει αν το κράτος συγκεντρώνει έσοδα, αν εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα, αν μειώνεται ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, αν έχει πρόσβαση στις αγορές και αν το πολιτικό σύστημα δείχνει πρόθυμο να συνεχίσει την ίδια γραμμή δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για την Ελλάδα πρωτογενές πλεόνασμα 3,4% του ΑΕΠ το 2026 και περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους προς το 138% του ΑΕΠ το 2027.
Αυτό, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα αν η οικονομία είναι υγιής.
Απαντά στο αν το κράτος είναι σε θέση να πληρώνει τους πιστωτές του.
Και μπορεί να τους πληρώνει επειδή υπερφορολογεί.
Επειδή συμπιέζει δαπάνες.
Επειδή κρατά χαμηλές κοινωνικές παροχές.
Επειδή μεταφέρει βάρη στη μεσαία τάξη.
Επειδή στηρίζει την εικόνα της δημοσιονομικής σταθερότητας πάνω σε μια κοινωνία που έχει εξαντληθεί.
Το βαθύ πρόβλημα: τα εξωτερικά ελλείμματα
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος. Είναι το παραγωγικό κενό της χώρας, που αποτυπώνεται στα εξωτερικά ισοζύγια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών -6,2% του ΑΕΠ το 2025, -6,4% το 2026 και -5,9% το 2027. Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε ότι το 2025 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε στα 14,1 δισ. ευρώ, έστω και μειωμένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να καταναλώνει, να εισάγει και να χρηματοδοτείται περισσότερο απ’ όσο παράγει και εξάγει.
Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι δομική αδυναμία.
Μια οικονομία που στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση, στον τουρισμό, στην οικοδομή, στα ευρωπαϊκά κονδύλια και στις εισαγωγές μπορεί να δείχνει «σταθερή» στα χαρτιά, αλλά να παραμένει ευάλωτη σε κάθε εξωτερικό σοκ.
Η επενδυτική βαθμίδα δεν είναι συγχωροχάρτι
Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στην επενδυτική βαθμίδα, αλλά όχι σε επίπεδα που επιτρέπουν πανηγυρισμούς χωρίς αστερίσκους. Η S&P διατήρησε πρόσφατα την αξιολόγηση της χώρας στο BBB με σταθερή προοπτική, δηλαδή πάνω από το κατώφλι της επενδυτικής βαθμίδας αλλά μακριά από τις υψηλές αξιολογήσεις ισχυρών οικονομιών.
Άρα η σωστή ανάγνωση δεν είναι:
«Η οικονομία πάει περίφημα, αφού μας αναβαθμίζουν».
Η σωστή ανάγνωση είναι:
«Οι αγορές θεωρούν ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος του, όσο διατηρείται η σημερινή δημοσιονομική και πολιτική γραμμή».
Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό.
Δεν είναι ψήφος εμπιστοσύνης στην ευημερία.
Δεν είναι πιστοποιητικό παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Δεν είναι απόδειξη ότι η κοινωνία ανασαίνει.
Είναι αξιολόγηση πιστωτικού κινδύνου.
Το μάθημα της προηγούμενης χρεοκοπίας
Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να ξεχνιέται.
Η Ελλάδα οδηγήθηκε στην κρίση χρέους ενώ προηγουμένως διέθετε αξιολογήσεις πολύ καλύτερες από τις σημερινές. Οι οίκοι δεν είναι αλάνθαστοι. Συχνά καθυστερούν να δουν τη ρωγμή μέχρι να γίνει ρήγμα.
Όταν αλλάζουν απότομα οι διεθνείς συνθήκες, όταν ανεβαίνει το κόστος χρήματος, όταν στεγνώνει η ρευστότητα, όταν οι αγορές αρχίζουν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα ενός μοντέλου, τότε οι αξιολογήσεις μπορεί να αναθεωρηθούν βίαια.
Γι’ αυτό και η σημερινή εικόνα δεν πρέπει να διαβάζεται ως θρίαμβος.
Πρέπει να διαβάζεται ως προειδοποίηση.
Το συμπέρασμα
Οι οίκοι αξιολόγησης δεν ρωτούν αν ο πολίτης ζει με αξιοπρέπεια.
Ρωτούν αν το κράτος πληρώνει.
Δεν ρωτούν αν η χώρα παράγει αρκετά.
Ρωτούν αν μπορεί να δανείζεται.
Δεν ρωτούν αν η κοινωνία αντέχει.
Ρωτούν αν η κυβέρνηση μπορεί να κρατήσει την πειθαρχία.
Και όσο το κράτος πληρώνει, όσο τα πλεονάσματα βγαίνουν, όσο οι πολίτες απορροφούν το κόστος χωρίς μεγάλη πολιτική ανατροπή, η πιστοληπτική εικόνα μπορεί να βελτιώνεται ή να διατηρείται.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα γιατρεύτηκε.
Σημαίνει μόνο ότι οι πιστωτές κοιμούνται ήσυχοι.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί μας αξιολογούν θετικά οι οίκοι.
Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει τον λογαριασμό για να βγαίνει αυτή η αξιολόγηση.

