Άδειες μητρότητας, αναρρωτικές άδειες και εργασιακά δικαιώματα δύο ταχυτήτων στα δημόσια σχολεία – Οι εξηγήσεις της κυβέρνησης δεν έπεισαν τις Βρυξέλλες
Η Ελλάδα οδηγείται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαφορετική και δυσμενέστερη μεταχείριση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών σε σχέση με τους μόνιμους συναδέλφους τους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η ελληνική νομοθεσία εξακολουθεί να μην προστατεύει πλήρως την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, παρά τις αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις και τις ευκαιρίες που δόθηκαν στις ελληνικές αρχές για συμμόρφωση.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, οι οποίοι εδώ και χρόνια καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των δημόσιων σχολείων, συχνά αλλάζοντας τόπο κατοικίας κάθε χρόνο, πληρώνοντας δυσβάσταχτα ενοίκια και περιμένοντας μέχρι την τελευταία στιγμή να μάθουν σε ποια περιοχή θα εργαστούν.
Παρά το γεγονός ότι αναλαμβάνουν τις ίδιες διδακτικές και παιδαγωγικές υποχρεώσεις με τους μόνιμους εκπαιδευτικούς, δεν απολαμβάνουν πάντοτε τα ίδια εργασιακά δικαιώματα.
Δικαιώματα δύο ταχυτήτων
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ισχύον ελληνικό πλαίσιο προβλέπει λιγότερο ευνοϊκούς όρους απασχόλησης για τους εκπαιδευτικούς ορισμένου χρόνου σε σύγκριση με το μόνιμο προσωπικό.
Οι διαφοροποιήσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, κρίσιμα ζητήματα όπως:
- η άδεια μητρότητας,
- η αναρρωτική άδεια,
- οι συνολικότερες συνθήκες εργασίας και κοινωνικής προστασίας.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι η οδηγία 1999/70/ΕΚ απαγορεύει τη δυσμενέστερη μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, εκτός εάν αυτή στηρίζεται σε συγκεκριμένους και αντικειμενικούς λόγους.
Δεν αρκεί, δηλαδή, ένας εργαζόμενος να χαρακτηρίζεται «αναπληρωτής» για να δικαιολογείται αυτομάτως η στέρηση δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους μόνιμους συναδέλφους του.
Οι ελληνικές εξηγήσεις δεν έπεισαν
Η διαδικασία επί παραβάσει ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2024, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς τις ελληνικές αρχές.
Η Ελλάδα απάντησε, επιχειρώντας να αιτιολογήσει τις διαφορές που υπάρχουν στη μεταχείριση των αναπληρωτών και των μόνιμων εκπαιδευτικών.
Οι εξηγήσεις, όμως, δεν κρίθηκαν επαρκείς.
Τον Μάιο του 2025 η Επιτροπή προχώρησε στο επόμενο στάδιο, αποστέλλοντας αιτιολογημένη γνώμη και καλώντας την Ελλάδα να τροποποιήσει το νομοθετικό της πλαίσιο ώστε να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο.
Αφού ούτε τότε αντιμετωπίστηκαν ικανοποιητικά οι ενστάσεις της Κομισιόν, αποφασίστηκε η παραπομπή της χώρας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η παραπομπή δεν αποτελεί ακόμη καταδικαστική απόφαση. Αποδεικνύει, όμως, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί πως η Ελλάδα δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα, παρά τις επίσημες προειδοποιήσεις που προηγήθηκαν.
Αναπληρωτές στα χαρτιά, μόνιμες ανάγκες στην πράξη
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: την επί χρόνια λειτουργία του δημόσιου σχολείου με χιλιάδες εργαζομένους σε καθεστώς διαρκούς προσωρινότητας.
Οι αναπληρωτές προσλαμβάνονται κάθε σχολική χρονιά για να καλύψουν κενά που δεν είναι έκτακτα, αλλά επαναλαμβάνονται σταθερά. Μετακινούνται σε νησιά, παραμεθόριες και τουριστικές περιοχές, όπου πολλές φορές αδυνατούν ακόμη και να βρουν οικονομικά προσιτή κατοικία.
Δεν είναι τυχαίο ότι εκατοντάδες εκπαιδευτικοί δεν αναλαμβάνουν υπηρεσία ή παραιτούνται, καθώς ο μισθός τους δεν επαρκεί για να καλύψει το κόστος στέγασης και διαβίωσης.
Κι όμως, το κράτος εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως εργαζομένους περιορισμένων δικαιωμάτων.
Διδάσκουν τα ίδια παιδιά, στις ίδιες αίθουσες, με τις ίδιες ευθύνες. Όταν, όμως, χρειαστούν άδεια μητρότητας ή αρρωστήσουν, ανακαλύπτουν ότι η ισότητα σταματά εκεί όπου αρχίζει η σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Το κόστος της κυβερνητικής αδράνειας
Η κυβέρνηση είχε χρόνο να διορθώσει τη νομοθεσία. Είχε την προειδοποιητική επιστολή του 2024. Είχε την αιτιολογημένη γνώμη του 2025. Είχε τη δυνατότητα να εξαλείψει τις διακρίσεις πριν η χώρα φτάσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Δεν το έκανε.
Τώρα η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία ακόμη ευρωπαϊκή δικαστική διαδικασία, όχι για κάποιο τεχνικό ή δευτερεύον ζήτημα, αλλά για βασικά εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα ανθρώπων που κρατούν όρθια τα δημόσια σχολεία.
Οι αναπληρωτές δεν μπορεί να θεωρούνται απαραίτητοι τον Σεπτέμβριο και εργαζόμενοι δεύτερης κατηγορίας τον υπόλοιπο χρόνο.
Η ίση εργασία απαιτεί ίσα δικαιώματα. Και αυτό που αρνήθηκε επί χρόνια να αναγνωρίσει το ελληνικό κράτος, καλείται πλέον να το κρίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

