Η ακρίβεια λειτουργεί σαν αόρατος φοροεισπρακτικός μηχανισμός: φουσκώνει τα κρατικά έσοδα, μικραίνει τεχνητά τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ και επιτρέπει στην κυβέρνηση να μιλά για «μειώσεις φόρων», την ώρα που ο πολίτης βλέπει το πορτοφόλι του να αδειάζει.
Η κυβέρνηση διαφημίζει ότι μείωσε φόρους και εισφορές. Το Υπουργείο Οικονομικών έχει παρουσιάσει επίσημα τη λίστα με τους «83 φόρους» που, κατά την κυβερνητική αφήγηση, μειώθηκαν από το 2019 και μετά.
Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσοι συντελεστές μειώθηκαν στα χαρτιά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσα πληρώνει τελικά ο πολίτης στο ταμείο, στο ράφι, στον λογαριασμό, στο καύσιμο, στο σούπερ μάρκετ.
Και εκεί η απάντηση είναι σκληρή: ο Έλληνας δεν αισθάνεται φορολογική ανακούφιση. Αισθάνεται αφαίμαξη.
Ο λόγος είναι απλός. Ο πληθωρισμός είναι ο καλύτερος φίλος κάθε κυβέρνησης που θέλει να εισπράττει περισσότερα χωρίς να παραδέχεται ότι αυξάνει φόρους. Όταν η τιμή ενός προϊόντος ανεβαίνει, ο ΦΠΑ εισπράττεται πάνω στη νέα, υψηλότερη τιμή. Δεν χρειάζεται να αυξηθεί ο συντελεστής. Αρκεί να αυξηθεί η βάση πάνω στην οποία επιβάλλεται.
Αν ένα προϊόν κόστιζε 10 ευρώ, ο ΦΠΑ 24% απέδιδε 2,40 ευρώ. Αν το ίδιο προϊόν φτάσει στα 20 ευρώ, ο ίδιος ακριβώς συντελεστής αποδίδει 4,80 ευρώ. Ο φόρος διπλασιάζεται χωρίς να ψηφιστεί καμία αύξηση φόρου. Αυτό είναι το μεγάλο κόλπο της εποχής της ακρίβειας: η κυβέρνηση μπορεί να λέει ότι δεν αυξάνει φόρους, ενώ το κράτος εισπράττει περισσότερα από την τσέπη των πολιτών.
Τα στοιχεία του ίδιου του προϋπολογισμού το επιβεβαιώνουν. Τα έσοδα από ΦΠΑ το 2025 ανήλθαν σε 27,775 δισ. ευρώ, αυξημένα έναντι του στόχου, ενώ στο πρώτο τετράμηνο του 2026 τα έσοδα από ΦΠΑ έφτασαν τα 9,998 δισ. ευρώ, επίσης πάνω από τον στόχο.
Με απλά λόγια: η ακρίβεια μετατρέπεται σε δημόσιο έσοδο.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση παρουσιάζει ως επιτυχία τη μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ. Πράγματι, σύμφωνα με τη Eurostat, το ελληνικό δημόσιο χρέος στο τέλος του 2025 ήταν στο 146,1% του ΑΕΠ, παραμένοντας πάντως το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.
Όμως αυτή η εικόνα θέλει μεγάλη προσοχή. Όταν το ΑΕΠ αυξάνεται ονομαστικά λόγω πληθωρισμού, ο παρονομαστής του κλάσματος μεγαλώνει. Έτσι ο δείκτης χρέος/ΑΕΠ μπορεί να μειώνεται, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι η κοινωνία πλούτισε ή ότι το πραγματικό βάρος για τους πολίτες έγινε ελαφρύτερο.
Υπάρχει και το ζήτημα των repos, δηλαδή του βραχυπρόθεσμου δανεισμού του Δημοσίου από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Δημοσιεύματα ανεβάζουν το ύψος τους περίπου στα 63 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 56,9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024.
Η Τράπεζα της Ελλάδος διευκρινίζει ότι στη Γενική Κυβέρνηση περιλαμβάνονται και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και ότι οι καταθέσεις περιλαμβάνουν repos.
Και η Eurostat ορίζει το δημόσιο χρέος ως ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή με ενοποίηση μεταξύ και εντός των υποτομέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Άρα εδώ υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πολιτικό ερώτημα: πόσο καθαρή είναι η εικόνα που δίνεται στον πολίτη για το πραγματικό βάρος του δημόσιου δανεισμού;
Η κυβέρνηση, λοιπόν, πατά πάνω σε έναν απλό μηχανισμό:
η ακρίβεια αυξάνει τα έσοδα, τα αυξημένα έσοδα εμφανίζονται ως δημοσιονομική επιτυχία, το ονομαστικό ΑΕΠ φουσκώνει και ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ φαίνεται καλύτερος. Και μετά έρχεται η πολιτική διαφήμιση: «μειώσαμε φόρους».
Μόνο που ο πολίτης δεν πληρώνει με δελτία Τύπου. Πληρώνει με μισθούς που τελειώνουν στις 20 του μήνα. Πληρώνει με συντάξεις που δεν φτάνουν για φάρμακα και ρεύμα. Πληρώνει με οικογένειες που μετρούν ευρώ στο σούπερ μάρκετ. Πληρώνει με μικρομεσαίους που βλέπουν τζίρους στα χαρτιά και ασφυξία στο ταμείο.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, μέσα στα μνημόνια και στον αποπληθωρισμό, αύξαναν συντελεστές για να πιάσουν στόχους. Η σημερινή κυβέρνηση έχει μια άλλη «πολυτέλεια»: δεν χρειάζεται πάντα να αυξάνει τον συντελεστή. Της αρκεί να αφήνει τις τιμές να ανεβαίνουν. Το αποτέλεσμα για τον πολίτη είναι το ίδιο — πληρώνει περισσότερα.
Και εδώ αρχίζει η πολιτική υποκρισία.
Δεν μπορείς να πανηγυρίζεις για φοροελαφρύνσεις όταν ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά εξακολουθεί να βαραίνει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν μπορείς να μιλάς για επιτυχία όταν το κράτος κερδίζει από την ακρίβεια. Δεν μπορείς να παρουσιάζεις ως μεταρρύθμιση αυτό που στην πράξη λειτουργεί σαν σιωπηλή φοροεπιδρομή.
Η φορολογική πολιτική της χώρας εξακολουθεί να κινείται μέσα σε σκληρούς δημοσιονομικούς κανόνες, ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και στόχους πλεονασμάτων. Γι’ αυτό πολλές φορές ο εκάστοτε υπουργός ή υφυπουργός δεν λειτουργεί ως πραγματικός αρχιτέκτονας οικονομικής πολιτικής, αλλά ως πολιτικός εκπρόσωπος μιας προαποφασισμένης κατεύθυνσης. Ο ρόλος του είναι να εμφανίζεται στη Βουλή και στα τηλεοπτικά πάνελ για να εξηγεί γιατί αυτό που πονάει την κοινωνία είναι δήθεν «αναγκαίο», «υπεύθυνο» και «μεταρρυθμιστικό».
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λογιστικά πανηγύρια. Χρειάζεται πραγματική ελάφρυνση. Χρειάζεται μείωση της έμμεσης φορολογίας στα βασικά αγαθά. Χρειάζεται έλεγχο στην αισχροκέρδεια. Χρειάζεται πολιτική που να μετρά την οικονομία όχι μόνο με δείκτες, αλλά με το αν ο πολίτης μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς.
Γιατί όταν το κράτος πλουτίζει από την ακρίβεια και ο πολίτης φτωχαίνει από την καθημερινότητα, αυτό δεν είναι οικονομική επιτυχία.
Είναι μια κοινωνία στον αυτόματο πιλότο του πληθωρισμού.
Και στο τιμόνι δεν κάθεται η ανάπτυξη.
Κάθεται η πολιτική εξαπάτηση.

