Του Nick Witney
Στις αρχές Μαρτίου, στη γαλλική βάση πυρηνικών υποβρυχίων στη Βρετάνη, ο Εμανουέλ Μακρόν εκφώνησε ίσως την πιο σημαντική ομιλία για την πυρηνική πολιτική από οποιονδήποτε δυτικό ηγέτη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Έπειτα από δεκαετίες κατά τις οποίες φλέρταρε με την ιδέα, ένας Γάλλος πρόεδρος έκανε τελικά το βήμα και προσέφερε την πυρηνική ομπρέλα της χώρας του σε ενδιαφερόμενους Ευρωπαίους συμμάχους. Πλέον διαφαίνεται αυτός ο ακρογωνιαίος λίθος μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας: μια ανεξάρτητη πυρηνική αποτροπή.
Η πυρηνική αποτροπή αφορά τελικά την εμπιστοσύνη. Μια αποτελεσματική “ομπρέλα” απαιτεί από τους αποδέκτες της να πιστεύουν ότι ο εγγυητής τους θα ήταν έτοιμος να αναλάβει τους φρικτούς κινδύνους προσφυγής στη χρήση πυρηνικών όπλων για λογαριασμό τους. Παράλληλα, πρέπει να πιστεύουν ότι και ο άνθρωπος στο Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται την πυρηνική απειλή ως επαρκώς πραγματική ώστε να συγκρατήσει τη διάθεσή του για ανάληψη ρίσκου. Σε αυτή τη βάση η αμερικανική πυρηνική εγγύηση διατήρησε την ειρήνη στην Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, όταν κανείς δεν μπορεί να βασιστεί στον πρόεδρο των ΗΠΑ για τίποτα και η ρεβανσιστική αποστολή του Ρώσου ομολόγου του είναι ολοφάνερη, το ερώτημα γίνεται αν η Γαλλία μπορεί να προσφέρει μια εξίσου πειστική εγγύηση.
Υπάρχουν δύο βασικές πτυχές σε αυτό: η ικανότητα και η δέσμευση του εγγυητή.
Ικανότητα
Όσοι βασίζονται στη γαλλική πυρηνική εγγύηση πρέπει να πειστούν ότι οι δυνατότητές της επαρκούν για την αποστολή. Άλλωστε, τι είναι μερικές εκατοντάδες πυρηνικές κεφαλές απέναντι στις χιλιάδες που διαθέτει η Ρωσία;
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Βρετανία και η Γαλλία, ως “μικρά” πυρηνικά κράτη, κατέληξαν περίπου στην ίδια απάντηση — το δόγμα της ελάχιστης αποτροπής. Ένα πυρηνικό οπλοστάσιο, εφόσον είναι άτρωτο σε προληπτικό πλήγμα (δηλαδή διατηρείται σε μη ανιχνεύσιμα υποβρύχια στα βάθη των ωκεανών), δεν χρειάζεται να αριθμεί χιλιάδες κεφαλές. Αρκεί να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να απειλεί με τέτοιο βαθμό καταστροφής τον επιτιθέμενο που να υπερβαίνει οποιοδήποτε πιθανό όφελος· επαρκές, για παράδειγμα, για να καταστρέψει τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.
Και οι δύο χώρες πρόσθεσαν μια σημαντική δογματική βελτίωση: την έννοια ενός μοναδικού, τελικού προειδοποιητικού πυρηνικού πλήγματος πριν από την εξαπόλυση του Αρμαγεδδώνα. Ο Μακρόν επανεπιβεβαίωσε αυτό το δόγμα στην ομιλία του· τα γαλλικά αεροσκάφη Ραφάλ φέρουν πυρηνικούς πυραύλους σχεδιασμένους για αυτή την αποστολή. (Οι Βρετανοί εγκατέλειψαν τις αερομεταφερόμενες πυρηνικές βόμβες τους τη δεκαετία του 1990 και ανέθεσαν τον ρόλο της προειδοποιητικής βολής στα υποβρύχια Τράιντεντ. Τα υποβρύχια προσαρμόστηκαν ώστε να μπορούν να εκτοξεύουν έναν μόνο πύραυλο με μία μικρή πυρηνική κεφαλή — στο μέγεθος της βόμβας που έριξαν οι σύμμαχοι στη Χιροσίμα, δηλαδή περίπου το ένα δέκατο της ισχύος των υπόλοιπων κεφαλών.)
Η ιδέα ήταν, και παραμένει, να αντικρούσει κάθε αντίληψη στο Κρεμλίνο ότι η Ρωσία θα μπορούσε να “κλιμακώσει για να αποκλιμακώσει” — να καταλάβει ένα τμήμα εδάφους του ΝΑΤΟ και στη συνέχεια να παγώσει κάθε αντεπίθεση της συμμαχίας με μια επιδεικτική πυρηνική έκρηξη. Αλλά γιατί να προβλέπεται μόνο μία “τελική προειδοποιητική” πυρηνική απάντηση; Διότι η ιδέα μιας κλίμακας πυρηνικής κλιμάκωσης είναι παράλογη. Ακόμη και τα “μικρά” πυρηνικά όπλα δεν είναι ποτέ “τακτικά”, σαν να προορίζονται για χρήση στο πεδίο της μάχης. Όπως το έθεσε ο Ρόναλντ Ρήγκαν, “ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί και δεν πρέπει ποτέ να διεξαχθεί”.
Φαίνεται ότι και ο ηγέτης της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, το έχει αποδεχθεί: παρότι προσέφερε στον Βλαντίμιρ Πούτιν “μια εταιρική σχέση χωρίς όρια” καθώς ο Ρώσος πρόεδρος διεξάγει τον μάταιο πόλεμό του στην Ουκρανία, τον έχει προειδοποιήσει να μην χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Βεβαίως, αυτό δεν έχει αποτρέψει τους Ρώσους από το να επιδίδονται σε πυρηνικούς λεονταρισμούς, να αποκαλύπτουν νέους πυραύλους και να μετακινούν κάποιους πιο κοντά στην Ευρώπη (όπως με την προωθημένη ανάπτυξη των διπλής χρήσης πυραύλων Ορέσνικ στη Λευκορωσία). Ούτε τους έχει εμποδίσει να υιοθετήσουν μια πιο επιθετική πυρηνική στρατηγική, θολώνοντας φαινομενικά τα όρια μεταξύ συμβατικού και πυρηνικού πολέμου. Ωστόσο, όλα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό τακτικές εκφοβισμού.
Και γιατί όχι; Η Ρωσία κατάφερε να δημιουργήσει κρίση εντός του ΝΑΤΟ τις δεκαετίες του 1970 και 1980 με την προωθημένη ανάπτυξη των νέων πυρηνικών πυραύλων SS-20, που πανικόβαλαν τους Ευρωπαίους και τους οδήγησαν να απαιτήσουν αντίστοιχους αμερικανικούς πυραύλους (cruise και Pershing). Όμως τότε δεν είχε σημασία — και δεν έχει ούτε τώρα — για το θύμα μιας πυρηνικής επίθεσης από πού εκτοξεύτηκε η κεφαλή ή ποιο μέσο τη μετέφερε. Όπως κι αν εκτελούνταν, ένα τέτοιο πλήγμα θα αποτελούσε παράλογο ρίσκο. Μια αντίστοιχη απάντηση θα έπρεπε να είναι υπεραρκετή για να επαναφέρει τον επιτιθέμενο στην πραγματικότητα πριν εξαπολυθεί η φρίκη του πυρηνικού πολέμου.
Δέσμευση
Το δόγμα πυρηνικής χρήσης του Μακρόν είναι πειστικό και η ικανότητα της Γαλλίας να το εφαρμόσει εμπνέει εμπιστοσύνη. Αλλά πώς διασφαλίζεται επαρκής εμπιστοσύνη στη γαλλική δέσμευση ότι όντως θα εκτοξεύσει αυτή την προειδοποιητική βολή όταν έρθει η κρίση; Άλλωστε, η ομιλία του Μακρόν κατέστησε σαφές ότι τα γαλλικά πυρηνικά όπλα θα παραμείνουν υπό αποκλειστικό γαλλικό κυρίαρχο έλεγχο (όπως απαιτούν τόσο η Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων όσο και η εσωτερική πολιτική).
Αυτό το δίλημμα δεν είναι καθόλου νέο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ ήταν εξίσου αποφασισμένες να μην επιτρέψουν σε συμμαχικά “δάχτυλα” να βρεθούν πάνω στο πυρηνικό κουμπί (ούτε καν σε συμμαχικά “πόδια” πάνω στο πυρηνικό φρένο). Οι δυτικοί στρατηγιστές επινόησαν την καλύτερη διαθέσιμη απάντηση: την πολιτική του “διαμοιρασμού βαρών” στον πυρηνικό τομέα. Αμερικανικές πυρηνικές βόμβες ελεύθερης πτώσης αποθηκεύονταν σε ευρωπαϊκές βάσεις, για να μεταφέρονται από τα μαχητικά αεροσκάφη των συμμάχων. Πέντε Ευρωπαίοι σύμμαχοι διατηρούν αυτές τις ρυθμίσεις μέχρι σήμερα. Πριν από τον Τραμπ, ο βαθμός συμμετοχής και κατανόησης του αμερικανικού πυρηνικού σχεδιασμού που παρείχαν αυτές οι ρυθμίσεις αποτελούσε ισχυρό στήριγμα για την ευρωπαϊκή εμπιστοσύνη στην αμερικανική εγγύηση.
Η ομιλία του Μακρόν υπαινίχθηκε, επομένως, παρόμοια σχέδια που θα αναπτυχθούν με ενδιαφερόμενους Ευρωπαίους συμμάχους. Μίλησε για προωθημένη ανάπτυξη αεροσκαφών Ραφάλ και για κοινές ασκήσεις. Ανέφερε επίσης τη στήριξη των συμμάχων στη γαλλική πυρηνική ικανότητα μέσω μέσων όπως η αεράμυνα και η παροχή δορυφορικών πληροφοριών. Είναι σαφές ότι υπάρχουν πολλά προς συζήτηση. Ωστόσο, ο Μακρόν μπόρεσε να κατονομάσει στην ομιλία του το Βέλγιο, τη Βρετανία, τη Δανία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ολλανδία, την Πολωνία και τη Σουηδία ως Ευρωπαίους συμμάχους με τους οποίους η Γαλλία βρισκόταν ήδη σε συζητήσεις.
Και οι Βρετανοί
Πού βρίσκονται οι Βρετανοί σε όλα αυτά; Οι εικασίες για μια “ευρω-αποτροπή” προέβλεπαν εδώ και καιρό ότι θα έπρεπε να αποτελεί κοινή προσφορά της Βρετανίας και της Γαλλίας. Σήμερα, καθώς η κυβέρνηση στο Λονδίνο επιδιώκει όλο και περισσότερο να αντιστρέψει τη ζημιά που προκάλεσε το Brexit, έχει κάθε κίνητρο να ενισχύσει τα ευρωπαϊκά της διαπιστευτήρια συνδεόμενη με τις προτάσεις του Μακρόν. Η παλιά γραμμή ότι “τα πυρηνικά μας όπλα είναι δεσμευμένα στο ΝΑΤΟ και άρα καλύπτουν φυσικά τους Ευρωπαίους συμμάχους” δεν επαρκεί πλέον.
Μακροπρόθεσμα, οι Βρετανοί θα έκαναν καλά να αποκαταστήσουν το αεροεκτοξευόμενο σκέλος της εθνικής τους πυρηνικής ικανότητας. Προς το παρόν, όμως, θα πρέπει να υποδεχθούν εμφανώς την πρωτοβουλία του Μακρόν· να της προσφέρουν ρητή δογματική υποστήριξη· να αναδείξουν την πρόθεσή τους να ενισχύσουν περαιτέρω τη διμερή πυρηνική συνεργασία με τη Γαλλία· και, κυρίως, να αναστρέψουν την πρόσφατη (ανεξήγητη και αδικαιολόγητη) απόφαση να αγοράσουν περισσότερα αμερικανικά αεροσκάφη για να ρίχνουν περισσότερες αμερικανικές βόμβες.
Άλλωστε, κανείς — και λιγότερο από όλους οι σύμμαχοι της Γαλλίας — δεν θα παραβλέψει ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένας πολύ διαφορετικός Γάλλος πρόεδρος στο Μέγαρο των Ηλυσίων το 2027. Η Γαλλία πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να αναπτύξει αποτελεσματικές ρυθμίσεις με τους συμμάχους της μέσα στον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, μια συμπληρωματική εγγύηση από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου δεν προβλέπονται νέες γενικές εκλογές πριν από το 2029, θα αποτελούσε ανεκτίμητη ενίσχυση. (Ακόμη και το ΝΑΤΟ εδώ και καιρό αναφέρεται ευγενικά στην πρόσθετη αποτρεπτική αξία των γαλλικών και βρετανικών πυρηνικών δυνάμεων, χωρίς βεβαίως να υπονοεί οποιαδήποτε αμφιβολία για την αμερικανική εγγύηση: “Αυτά τα ξεχωριστά κέντρα λήψης αποφάσεων των συμμάχων συμβάλλουν στην αποτροπή, περιπλέκοντας τους υπολογισμούς των πιθανών αντιπάλων”).
Η γαλλική αποτροπή θα πρέπει να επαρκεί για να στηρίξει την κυρίαρχη ευρωπαϊκή άμυνα που πλέον απαιτείται· όμως δύο ευρωπαϊκές αποτροπές ελάχιστου επιπέδου θα ήταν σαφώς καλύτερες από μία.
Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.
Επιμέλεια – Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου
CAPITAL

