Η αποστολή της ελληνικής Μοίρας στη Σαουδική Αραβία δεν ήταν ούτε επικοινωνιακό πυροτέχνημα ούτε «εθνική έκπτωση». Ήταν μια πράξη στρατηγικής ωριμότητας, στρατιωτικής επάρκειας και διπλωματικής αναβάθμισης που εξέθεσε όσους επιμένουν να βλέπουν την Ελλάδα μικρή.
Όταν τα γεγονότα διαψεύδουν τη μιζέρια
Στην Ελλάδα υπάρχει μια σταθερή σχολή σκέψης που τρέφεται από τη γκρίνια, την ηττοπάθεια και τον φτηνό μικροπολιτικό κυνισμό. Είναι εκείνοι που, μπροστά σε κάθε εθνική επιτυχία, ψάχνουν με λύσσα όχι τι κερδίσαμε, αλλά τι θα μπορούσαν να καταγγείλουν. Δεν τους ενδιαφέρει η ουσία. Τους ενδιαφέρει να μικρύνουν το αποτέλεσμα, να θολώσουν την εικόνα, να ρίξουν λίγη ακόμη λάσπη στην ήδη ταλαιπωρημένη δημόσια συζήτηση.
Η υπόθεση των ελληνικών Patriot είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αντί να δουν την ουσία, δηλαδή ότι η Ελλάδα κρίθηκε από μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη ως αξιόπιστος στρατιωτικός εταίρος, προτίμησαν να αναμασήσουν φοβίες, μισές αλήθειες και πρόχειρες «αποκαλύψεις». Όμως τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Και στην περίπτωση αυτή, τα γεγονότα μιλούν καθαρά: η Ελλάδα δεν εκτέθηκε. Αντιθέτως, αναβαθμίστηκε.
Η αποστολή δεν έγινε από παρόρμηση, αλλά από προετοιμασία
Η συζήτηση για ελληνική συνδρομή προς τη Σαουδική Αραβία δεν ξεκίνησε χθες. Το αίτημα υπήρχε ήδη από το 2017 και επανήλθε αργότερα, μέχρι να ληφθεί η πολιτικοστρατιωτική απόφαση για αποστολή Μοίρας Patriot. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πως δεν επρόκειτο για μια πρόχειρη κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά για μια υπόθεση που εξετάστηκε σε βάθος, με κριτήρια επιχειρησιακά, διπλωματικά και εθνικά.
Για να γίνει μάλιστα εφικτή η αποστολή, χρειάστηκε να επανέλθει σε επιχειρησιακή κατάσταση η 6η Μοίρα. Χρειάστηκε δουλειά, τεχνική υποστήριξη, σχεδιασμός, ταχύτητα και σοβαρότητα. Χρειάστηκε να αποδειχθεί στην πράξη ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν λειτουργούν μόνο για παρελάσεις, δηλώσεις και πανηγυρικές κορώνες, αλλά μπορούν να οργανωθούν, να ανασυγκροτηθούν και να εκτελέσουν μια αποστολή υψηλής σημασίας σε χρόνο-ρεκόρ.
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο συμπέρασμα: όταν υπάρχει πολιτική βούληση, επιχειρησιακή γνώση και σοβαρή στρατιωτική ηγεσία, η Ελλάδα μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα από όσα οι συνήθεις μίζεροι αναλυτές θεωρούν εφικτά.
Η Ελλάδα δεν αποδυνάμωσε την άμυνά της — απέδειξε ότι την ελέγχει
Ένα από τα πιο πρόχειρα επιχειρήματα που ακούστηκαν ήταν ότι η Ελλάδα «απογυμνώθηκε» αμυντικά για να εξυπηρετήσει ξένα συμφέροντα. Πρόκειται για επιπόλαιη, αν όχι σκοπίμως παραπλανητική, ανάγνωση.
Η αποστολή δεν έγινε με όρους εθνικής αφέλειας. Έγινε με πρόβλεψη, με ισορροπία, με σχεδιασμό επιστροφής και με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Η δυνατότητα ταχείας επαναφοράς της Μοίρας, η επιχειρησιακή πρόβλεψη να καλύπτεται η χώρα, αλλά και η συμφωνημένη αναπλήρωση των βλημάτων που θα καταναλώνονταν, δείχνουν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που διακινούσαν οι γνωστοί πανικόβλητοι σχολιαστές: όχι αποδιοργάνωση, αλλά έλεγχο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Μια σοβαρή χώρα δεν φαίνεται μόνο από το τι οπλικά συστήματα έχει. Φαίνεται από το αν ξέρει να τα διαχειρίζεται, να τα συντηρεί, να τα αναπτύσσει και να τα εντάσσει σε ένα ευρύτερο εθνικό σχέδιο. Η Ελλάδα, στην περίπτωση των Patriot, έδειξε ότι διαθέτει ακριβώς αυτή την ικανότητα.
Εκεί που άλλοι πουλούν μύθο, η Ελλάδα έδειξε αποτέλεσμα
Σε μια περιοχή γεμάτη υπερφίαλες ρητορείες, φανταχτερά εξοπλιστικά αφηγήματα και τεχνητές εικόνες ισχύος, η Ελλάδα πέτυχε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: αναγνώριση αξιοπιστίας. Και αυτή η αναγνώριση δεν αγοράζεται με προπαγάνδα. Κερδίζεται με πραγματική δυνατότητα.
Η Σαουδική Αραβία δεν απευθύνθηκε στην Ελλάδα από φιλανθρωπία. Επένδυσε σε μια σχέση με έναν εταίρο που μπορεί να σταθεί, να εκτελέσει και να ανταποκριθεί. Αυτό είναι γεωπολιτικό κεφάλαιο. Και είναι κεφάλαιο που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία όταν συγκρίνεται με χώρες που επενδύουν δεκάδες δισεκατομμύρια στην εικόνα του «ισχυρού παίκτη», αλλά στην πράξη αποδεικνύονται εξαρτημένες από την κάλυψη τρίτων.
Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με εθνικά παραμύθια εσωτερικής κατανάλωσης. Λειτουργεί με αξιολόγηση ικανοτήτων. Και στο συγκεκριμένο πεδίο, η Ελλάδα πέρασε το τεστ. Όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η ελληνική δυσανεξία στην εθνική αυτοπεποίθηση
Ίσως τελικά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της υπόθεσης να μην είναι ούτε τα βλήματα ούτε οι Μοίρες ούτε οι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι η αντίδραση ενός τμήματος της εγχώριας κοινής γνώμης, που μοιάζει σχεδόν να ενοχλείται όταν η Ελλάδα πετυχαίνει κάτι σοβαρό.
Σαν να έχουν εθιστεί τόσα χρόνια στην ιδέα μιας χώρας μικρής, φοβικής, παθητικής και μόνιμα εξαρτημένης, ώστε κάθε απόδειξη επάρκειας να τους προκαλεί αμηχανία. Σαν να μην αντέχουν την ιδέα ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν ακόμη να παράγουν αποτρεπτική αξία, επιχειρησιακή αξιοπιστία και διπλωματικό αποτέλεσμα.
Αυτό όμως δεν είναι ρεαλισμός. Είναι σύμπλεγμα. Και τα κράτη δεν προχωρούν με συμπλέγματα. Προχωρούν με αυτογνωσία, εθνική σοβαρότητα και πίστη στις δυνατότητές τους.
Η υπόθεση των ελληνικών Patriot απέδειξε κάτι που ενοχλεί πολλούς, αλλά δεν παύει να είναι αλήθεια: η Ελλάδα, όταν λειτουργεί με σχέδιο, επάρκεια και αποφασιστικότητα, δεν είναι κομπάρσος των εξελίξεων. Είναι παίκτης.
Και αυτό ακριβώς είναι που δεν αντέχουν οι επαγγελματίες της μιζέριας. Δεν αντέχουν να βλέπουν ότι αυτή η χώρα, παρά τις πληγές, τα λάθη και τις ανεπάρκειές της, εξακολουθεί να διαθέτει σκληρό πυρήνα ισχύος. Δεν αντέχουν να παραδεχθούν ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κρατούν ακόμη ψηλά κάτι που το πολιτικό σύστημα συχνά δεν αξίζει: το κύρος της πατρίδας.
Η Ελλάδα δεν έγινε ξαφνικά υπερδύναμη. Αλλά απέδειξε ότι δεν είναι ούτε «Ελλαδίτσα» ούτε φτωχός συγγενής που ζητά διαρκώς επιβεβαίωση. Είναι μια χώρα που, όταν χρειάζεται, στέκεται όρθια, υπολογίζεται και επιβάλλει σεβασμό. Κι αυτό, σε μια εποχή γενικευμένης φλυαρίας και ψεύτικης ισχύος, αξίζει περισσότερο από χίλιες κραυγές

