Στον παγερό Προμαχώνα, εκεί όπου ο βορεινός άνεμος διαπερνά ρούχα και αντοχές, στέκονται για ακόμη μία φορά οι κτηνοτρόφοι της Σερραϊκής ενδοχώρας. Δεν είναι η πρώτη φορά και, δυστυχώς, όλα δείχνουν πως δεν θα είναι η τελευταία. Όσο οι ίδιες αιτίες παραμένουν, η παρουσία τους στον δρόμο μετατρέπεται από έκτακτο γεγονός σε αναγκαστική ρουτίνα.
«Ντροπή να περιμένουμε ακόμη τα αυτονόητα», λέει ένας από αυτούς. Και μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται ολόκληρη η πραγματικότητα μιας παραγωγικής τάξης που νιώθει ξεχασμένη, παραμελημένη και συστηματικά υποτιμημένη. Γιατί αυτό που περιγράφουν δεν είναι “αυξημένες απαιτήσεις” ούτε κάποια συντεχνιακή διεκδίκηση. Είναι το ελάχιστο: σεβασμός στη δουλειά τους και συνέπεια από το κράτος που υποτίθεται πως στηρίζει την πρωτογενή παραγωγή.
Οι καθυστερήσεις στις συνδεδεμένες ενισχύσεις, οι ατελείωτες προθεσμίες που δεν τηρούνται, οι ζημιές που παραμένουν ακαταγράφες ή ανεπαρκώς αποζημιωμένες, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου ο κτηνοτρόφος καλείται να επιβιώσει «με δανεικά». Και το χειρότερο: να συνεχίσει να παράγει χωρίς καμία εγγύηση ότι θα αποζημιωθεί για τις απώλειες, ότι θα πληρωθεί στην ώρα του, ότι θα μπορέσει να σταθεί οικονομικά.
Η ευλογιά στα κοπάδια δεν ήταν απλώς μια κρίση υγειονομική. Ήταν, για πολλούς, οικονομική καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά, όπως καταγγέλλει ο ίδιος ο παραγωγός, το ενδιαφέρον των αρμόδιων αρχών εξαφανίστηκε όσο γρήγορα εμφανίστηκε. «Όταν τελείωσαν τα συνεργεία, τελείωσε και το ενδιαφέρον». Μια φράση που αποτυπώνει την αίσθηση εγκατάλειψης που διαπερνά τον κτηνοτροφικό κόσμο.
Αλλά ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η οικονομική τους πίεση — είναι η διαρκής τους ανάγκη να βγαίνουν στον δρόμο για να ακουστούν. Σε μια χώρα που διαρκώς μιλά για την αναβάθμιση της αγροδιατροφής, για την αξία της πρωτογενούς παραγωγής και για την επισιτιστική ασφάλεια, οι άνθρωποι που κρατούν ζωντανή αυτή την αλυσίδα αισθάνονται ότι βρίσκονται στο περιθώριο. Ότι μόνο μέσω κινητοποιήσεων μπορεί η πολιτεία να θυμηθεί πως υπάρχουν.
Και όμως, τα λόγια τους είναι απολύτως ξεκάθαρα: «Δεν ζητάμε χάρη. Ζητάμε αυτά που μας αναλογούν.»
Το μήνυμά τους δεν στρέφεται κατά κανενός· στρέφεται υπέρ της ίδιας της βιωσιμότητας του κλάδου τους και, τελικά, της ελληνικής παραγωγής. Η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται σε εισαγωγές και ταυτόχρονα να αφήνει τους δικούς της παραγωγούς να ασφυκτιούν. Δεν μπορεί να μιλά για ανάπτυξη της υπαίθρου, ενώ οι άνθρωποι της υπαίθρου παλεύουν μόνοι τους.
Οι κτηνοτρόφοι δεν χρειάζονται άλλες εξαγγελίες, άλλες ημερομηνίες, άλλες «δεσμεύσεις». Χρειάζονται πράξεις, σταθερές πολιτικές και ένα κράτος που δεν θυμάται τις υποχρεώσεις του μόνο λίγο πριν τις γιορτές — ή λίγο πριν τις κάλπες.
Ίσως τελικά η εικόνα από τον Προμαχώνα να είναι κάτι περισσότερο από μια ακόμη κινητοποίηση. Ίσως είναι η πιο καθαρή υπενθύμιση ότι η αξιοπρέπεια δεν αποτελεί διεκδίκηση πολυτελείας, αλλά δικαίωμα των ανθρώπων που με την καθημερινή τους δουλειά κρατούν ζωντανή μια ολόκληρη παραγωγική χώρα.
Κι αυτή τη φορά, όπως είπε και ο κτηνοτρόφος, θέλουν να δουν πράξεις. Όχι λόγια.

