Η συζήτηση για την πραγματική ισχύ των κυβερνήσεων δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι ένα από τα πιο σοβαρά πολιτικά ερωτήματα της εποχής μας.
Ποιος αποφασίζει τελικά για τις μεγάλες κατευθύνσεις της οικονομίας, της ενέργειας, της τεχνολογίας, της ψηφιακής ταυτότητας, των τραπεζών και της καθημερινής ζωής των πολιτών; Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις ή ένα πλέγμα ισχυρών οικονομικών, τεχνοκρατικών και υπερεθνικών κέντρων που λειτουργούν πάνω και πέρα από την άμεση λαϊκή λογοδοσία;
Αφορμή για τη συζήτηση δίνουν οι δημόσιες τοποθετήσεις του Άντζελο Τζουλιάνο, Ελβετού οικονομικού και γεωπολιτικού σχολιαστή, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι λεγόμενες παγκοσμιοποιημένες ελίτ έχουν αποκτήσει τεράστια επιρροή στις κυβερνήσεις της Δύσης. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, δισεκατομμυριούχοι, πολυεθνικές εταιρείες, διεθνείς οργανισμοί, ιδιωτικά think tanks και φόρα όπως το Νταβός διαμορφώνουν πολιτικές αποφάσεις χωρίς να έχουν εκλεγεί από κανέναν λαό.
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει μια «μυστική κυβέρνηση» που κινεί τα πάντα με ένα κουμπί. Το πραγματικό ερώτημα είναι πιο σοβαρό: όταν οι μεγάλες αποφάσεις λαμβάνονται σε κλειστά τραπέζια, σε διεθνή φόρα, σε επιτροπές ειδικών, σε τραπεζικά συμβούλια και σε κύκλους επιρροής όπου ο πολίτης δεν έχει πρόσβαση, τότε πόση δημοκρατία απομένει;
Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ προβάλλει εδώ και χρόνια την ιδέα του “stakeholder capitalism”, δηλαδή ενός καπιταλισμού όπου οι επιχειρήσεις δεν λογοδοτούν μόνο στους μετόχους τους, αλλά και στην κοινωνία, στο περιβάλλον και στους εργαζομένους. Στα χαρτιά, αυτό ακούγεται θετικό. Στην πράξη, όμως, δημιουργείται ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος ορίζει το «κοινό καλό»; Οι κοινωνίες μέσα από εκλογές, κοινοβούλια και συντάγματα ή διεθνείς οικονομικές ελίτ που δεν λογοδοτούν άμεσα στους πολίτες;
Ανάλογη συζήτηση υπάρχει και για τα προγράμματα ηγεσίας, όπως το Young Global Leaders, που συγκεντρώνουν νέους πολιτικούς, επιχειρηματίες, τεχνοκράτες και στελέχη από όλο τον κόσμο. Το πρόβλημα δεν είναι η εκπαίδευση ή η διεθνής συνεργασία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι κοινωνίες αισθάνονται ότι οι αυριανοί ηγέτες «διαμορφώνονται» περισσότερο από κλειστά διεθνή δίκτυα παρά από τις ανάγκες των πολιτών που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Το ίδιο ισχύει για κολοσσούς όπως η BlackRock και άλλοι μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων. Όταν εταιρείες αυτού του μεγέθους διαχειρίζονται τρισεκατομμύρια, συμμετέχουν σε μετοχικά σχήματα, επηρεάζουν αγορές, συνομιλούν με κυβερνήσεις και έχουν λόγο σε ζητήματα δημόσιας πολιτικής, η συζήτηση περί επιρροής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπερβολή. Δεν είναι απλό lobbying. Είναι δύναμη με παγκόσμιο αποτύπωμα.
Βεβαίως, χρειάζεται προσοχή. Άλλο η τεκμηριωμένη κριτική στην υπερσυγκέντρωση ισχύος και άλλο οι απόλυτες βεβαιότητες ότι «όλα ελέγχονται» από ένα αόρατο κέντρο. Η πολιτική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να έχουν θεσμική αρμοδιότητα, οι λαοί εξακολουθούν να ψηφίζουν, τα κοινοβούλια εξακολουθούν να νομοθετούν. Όμως το ερώτημα είναι αν όλα αυτά λειτουργούν πλέον με πραγματική αυτονομία ή μέσα σε ένα πλαίσιο πιέσεων που έχει ήδη προαποφασίσει τις βασικές κατευθύνσεις.
Διεθνείς οργανισμοί, δανειακές συμβάσεις, δημοσιονομικοί κανόνες, ενεργειακές δεσμεύσεις, εμπορικές συμφωνίες, τεχνολογικά πρότυπα, τραπεζικοί μηχανισμοί και ρυθμιστικά πλαίσια περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα περιθώρια εθνικής πολιτικής. Μια κυβέρνηση μπορεί να εκλεγεί με ένα πρόγραμμα, αλλά στην πράξη να κυβερνά μέσα σε ένα στενό διάδρομο επιτρεπόμενων επιλογών.
Εκεί βρίσκεται η ουσία. Δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς σε σκοτεινά σενάρια για να δει ότι η δημοκρατία πιέζεται. Πιέζεται από τις αγορές. Πιέζεται από τα χρέη. Πιέζεται από τις τράπεζες. Πιέζεται από τις πολυεθνικές. Πιέζεται από την τεχνολογία. Πιέζεται από μηχανισμούς που δεν ελέγχονται επαρκώς από τους πολίτες.
Η μεγάλη σύγκρουση της εποχής δεν είναι απλώς Δεξιά εναντίον Αριστεράς. Δεν είναι μόνο Ανατολή εναντίον Δύσης. Είναι κυρίως δημοκρατική λογοδοσία εναντίον ανεξέλεγκτης ισχύος.
Όταν κρίσιμες αποφάσεις για την οικονομία, την ιδιοκτησία, την ενέργεια, την υγεία, την ψηφιακή ταυτότητα και την ιδιωτικότητα λαμβάνονται χωρίς ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, τότε οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να ανησυχούν. Όταν οι κυβερνήσεις εμφανίζονται συχνά ως εκτελεστές προειλημμένων κατευθύνσεων, τότε η καχυποψία δεν είναι παράλογη. Είναι πολιτικό ένστικτο αυτοπροστασίας.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να κυνηγάμε σκιές. Το ζητούμενο είναι να απαιτήσουμε φως.
Ποιοι συμμετέχουν στα κλειστά φόρα;
Ποιοι χρηματοδοτούν think tanks και πολιτικές καμπάνιες;
Ποιοι επηρεάζουν νομοθεσίες;
Ποιοι γράφουν τις «μεταρρυθμίσεις» πριν τις ψηφίσουν τα κοινοβούλια;
Ποιοι ωφελούνται από τις μεγάλες αλλαγές που παρουσιάζονται ως μονόδρομος;
Αυτές είναι οι πραγματικές ερωτήσεις. Και είναι βαθιά δημοκρατικές.
Γιατί μια ελεύθερη κοινωνία δεν φοβάται τη διεθνή συνεργασία. Φοβάται όμως την αδιαφάνεια. Δεν αρνείται την τεχνολογική πρόοδο. Φοβάται όμως τον τεχνοκρατικό αυταρχισμό. Δεν απορρίπτει τις επενδύσεις. Φοβάται όμως την υποταγή της πολιτικής στην οικονομική ισχύ.
Η δημοκρατία δεν καταργείται πάντα με πραξικοπήματα. Μερικές φορές αδειάζει σιγά σιγά από περιεχόμενο. Οι εκλογές μένουν, τα συντάγματα μένουν, οι θεσμοί μένουν — αλλά οι πραγματικές αποφάσεις μεταφέρονται αλλού.
Και τότε ο πολίτης καλείται απλώς να επικυρώνει επιλογές που άλλοι έχουν ήδη χαράξει.
Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα από όλη αυτή τη συζήτηση, είναι απλό: οι κυβερνήσεις πρέπει να κυβερνούν για τους πολίτες και όχι για τα δίκτυα επιρροής. Οι διεθνείς οργανισμοί πρέπει να λογοδοτούν. Οι οικονομικοί κολοσσοί πρέπει να ελέγχονται. Τα think tanks πρέπει να δηλώνουν ποιος τα χρηματοδοτεί. Οι πολιτικοί πρέπει να απαντούν πρώτα στον λαό τους και μετά στα φόρα του εξωτερικού.
Γιατί χωρίς λογοδοσία, η ισχύς γίνεται εξουσία.
Και χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, η εξουσία γίνεται μηχανισμός επιβολής.
Το πραγματικό δίλημμα της εποχής είναι καθαρό: κοινωνίες με πολίτες ή κοινωνίες με υπηκόους; Κυρίαρχα κράτη ή διαχειριστικά παραρτήματα μιας παγκόσμιας τεχνοκρατίας;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί πίσω από κλειστές πόρτες. Πρέπει να δοθεί δημόσια, πολιτικά και δημοκρατικά.

