Καύσωνας, τουριστική κατανάλωση και κρίση στη Μέση Ανατολή πιέζουν τις τιμές – Η έλλειψη αποθήκευσης αφήνει τη χώρα εκτεθειμένη στις ακριβές μονάδες μόλις δύσει ο ήλιος
Η Ελλάδα διαθέτει άφθονο ήλιο, αυξανόμενη παραγωγή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και επενδύσεις δισεκατομμυρίων στον ενεργειακό τομέα. Παρ’ όλα αυτά, οι καταναλωτές εξακολουθούν να βλέπουν το ρεύμα να ακριβαίνει κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία, πέφτει ο άνεμος ή αναταράσσεται η διεθνής αγορά φυσικού αερίου.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στον καύσωνα ή στην κρίση της Μέσης Ανατολής. Βρίσκεται και σε μια κραυγαλέα αδυναμία του ελληνικού ενεργειακού σχεδιασμού: παράγουμε φθηνή ηλιακή ενέργεια τις ώρες που λάμπει ο ήλιος, αλλά δεν διαθέτουμε ακόμη επαρκείς υποδομές για να την αποθηκεύσουμε και να τη χρησιμοποιήσουμε το βράδυ.
Έτσι, η χώρα μπορεί το μεσημέρι να έχει περίσσευμα πράσινης παραγωγής και λίγες ώρες αργότερα να επιστρέφει στις ακριβές μονάδες φυσικού αερίου. Και φυσικά, τον λογαριασμό αυτής της ανακολουθίας δεν τον πληρώνει το «σύστημα». Τον πληρώνει ο καταναλωτής.
Άνοδος σχεδόν 22% μέσα στον Ιούλιο
Από την 1η έως και τις 20 Ιουλίου, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε στα 113,29 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 92,93 ευρώ τον Ιούνιο.
Πρόκειται για αύξηση 21,91%, η οποία δημιουργεί σοβαρές πιέσεις στα τιμολόγια του Αυγούστου, ιδιαίτερα σε όσα συνδέονται περισσότερο με τη διακύμανση της χονδρικής αγοράς. Η αύξηση, πάντως, δεν μεταφέρεται υποχρεωτικά αυτούσια σε κάθε λογαριασμό, καθώς εξαρτάται από το είδος του τιμολογίου και την εμπορική πολιτική του κάθε παρόχου.
Η αιτία δεν είναι μία.
Οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες εκτοξεύουν τη χρήση κλιματιστικών σε σπίτια, επιχειρήσεις, καταστήματα και δημόσια κτίρια. Την ίδια περίοδο, η κορύφωση της τουριστικής κίνησης αυξάνει ακόμη περισσότερο την κατανάλωση σε ξενοδοχεία, εστίαση, μεταφορές και υποδομές.
Όταν η ζήτηση ανεβαίνει τόσο απότομα, το σύστημα χρειάζεται περισσότερες μονάδες παραγωγής. Και όταν η διαθέσιμη ενέργεια από τον ήλιο, τον άνεμο και τα υδροηλεκτρικά δεν επαρκεί, επιστρατεύονται οι ακριβότερες θερμικές μονάδες.
Φθηνό το μεσημέρι, πανάκριβο μετά τη δύση
Η εικόνα μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο αποκαλύπτει ολόκληρη την παθογένεια.
Τις μεσημεριανές ώρες, τα φωτοβολταϊκά παράγουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και πιέζουν τη χονδρική τιμή προς τα κάτω. Όταν όμως η παραγωγή ξεπερνά τη ζήτηση και τις δυνατότητες του δικτύου, μέρος της διαθέσιμης ισχύος των ΑΠΕ περικόπτεται.
Δεν πρόκειται ακριβώς για ηλεκτρική ενέργεια που παράχθηκε και εξαφανίστηκε. Πρόκειται για παραγωγή που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αλλά περιορίζεται επειδή το σύστημα δεν μπορεί να την απορροφήσει ή να την αποθηκεύσει.
Λίγες ώρες αργότερα, με τη δύση του ήλιου, η φωτοβολταϊκή παραγωγή μηδενίζεται. Εάν επικρατεί και άπνοια, οι ανάγκες καλύπτονται σε μεγαλύτερο βαθμό από μονάδες φυσικού αερίου. Εκεί ξεκινά η πραγματική εκτόξευση.
Η χώρα, δηλαδή, έχει φθηνή ενέργεια όταν δεν μπορεί να την κρατήσει και χρειάζεται ακριβή ενέργεια όταν δεν έχει πλέον τον ήλιο στη διάθεσή της.
Πώς λειτουργεί το «Χρηματιστήριο του ρεύματος»
Στην Αγορά Επόμενης Ημέρας οι παραγωγοί καταθέτουν προσφορές και οι μονάδες μπαίνουν διαδοχικά στο σύστημα μέχρι να καλυφθεί η προβλεπόμενη ζήτηση.
Η τιμή εκκαθάρισης διαμορφώνεται από την τελευταία προσφορά που απαιτείται για να καλυφθεί το φορτίο. Όταν αυτή προέρχεται από ακριβή μονάδα φυσικού αερίου, η υψηλή τιμή επηρεάζει συνολικά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο της αγοράς.
Γι’ αυτό και η μεγάλη συμμετοχή των ΑΠΕ δεν εγγυάται από μόνη της φθηνό ρεύμα ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Χωρίς μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, αντλησιοταμίευση και ισχυρότερα δίκτυα, το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο για την κάλυψη των ωρών κατά τις οποίες ο ήλιος και ο άνεμος δεν επαρκούν.
Η διεθνής κρίση περνά στον ελληνικό λογαριασμό
Στην ήδη προβληματική εσωτερική εικόνα προστίθεται η αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές, το πετρέλαιο, το υγροποιημένο φυσικό αέριο και τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει τις ευρωπαϊκές τιμές και αυξάνει το κόστος λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου.
Παράλληλα, η Ελλάδα δεν αποτελεί απομονωμένη ενεργειακή νησίδα. Η ηλεκτρική αγορά είναι διασυνδεδεμένη με τις γειτονικές χώρες. Όταν εμφανίζονται ελλείψεις στα Βαλκάνια ή στην Κεντρική Ευρώπη, οι διασυνοριακές ροές μεταβάλλονται και οι τιμές τείνουν να συγκλίνουν, στον βαθμό που το επιτρέπουν οι διαθέσιμες διασυνδέσεις.
Αυτό σημαίνει ότι μια μείωση της παραγωγής σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα μπορεί να επηρεάσει και την ελληνική αγορά, ακόμη κι αν δεν υπάρχει αντίστοιχο εγχώριο πρόβλημα.
Το ακραίο σενάριο των 180 δολαρίων
Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένων περιορισμών στη διακίνηση ενεργειακών φορτίων από τα Στενά του Ορμούζ, το πετρέλαιο θα μπορούσε να κορυφωθεί κοντά στα 180 δολάρια το βαρέλι στα τέλη του 2026 και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο περίπου στα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να περιοριστεί στο 0,7% τόσο το 2026 όσο και το 2027, ενώ ο πληθωρισμός να φτάσει το 3,5% το 2027. Πρόκειται για δυσμενές σενάριο και όχι για τη βασική πρόβλεψη, δείχνει όμως το μέγεθος του κινδύνου εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει ήλιο και άνεμο. Διαθέτει και τα δύο.
Το ερώτημα είναι γιατί, έπειτα από τόσα χρόνια ενεργειακής μετάβασης, τα νοικοκυριά παραμένουν όμηροι του φυσικού αερίου κάθε βράδυ και κάθε φορά που ξεσπά μια διεθνής κρίση.
Και σε αυτό δεν ευθύνεται ο καύσωνας. Ευθύνεται ένας σχεδιασμός που φρόντισε να εγκαταστήσει παραγωγή, χωρίς να εξασφαλίσει εγκαίρως πού θα αποθηκεύεται και πότε θα χρησιμοποιείται.

